Αυτοί είναι οι ηθοποιοί της χρονιάς

Eννιά υποψήφιοι ηθοποιοί των φετινών κινηματογραφικών βραβείων Ίρις μιλούν για την άνοιξη του νέου ελληνικού σινεμά και φωτογραφίζονται όπως δεν τους έχετε ξαναδεί.

Υπάρχει πολύς νέος κόσμος που αντιμετωπίζει πλέον τον ελληνικό κινηματογράφο σαν ευρωπαϊκό, όπως του άξιζε πάντα...

Κάποιες φορές οι συνθήκες είναι οι δυσκολότερες που θα μπορούσαν να υπάρχουν. Κι όμως, το έργο καταφέρνει -και πάλι- να επιβιώσει. Φέτος είδαμε τα πάντα. Έναν άνθρωπο να χάνει τη μνήμη του αλλά να μην ξεχνά το τραύμα του. Έναν γιο κι έναν πατέρα να συναντιούνται ξανά στα βάθη ενός ελληνικού γουέστερν τοπίου. Μαφιόζους της κακιάς ώρας. Ανθρώπους στο περιθώριο της πόλης και της ζωής. Εργοστασιάρχες και λαϊκούς τραγουδιστές, σκληρές μητέρες και ανεπρόκοπους γιους.

Στις κορυφαίες ταινίες του ελληνικού σινεμά, της χρονιάς που διανύουμε, οι πιο αξιομνημόνευτοι ρόλοι παίχτηκαν από μερικούς από τους καλύτερούς μας ηθοποιούς. Λίγες μέρες πριν απονεμηθούν τα φετινά βραβεία ΙΡΙΣ (τα «ελληνικά Όσκαρ»), οι υποψήφιοι και οι υποψήφιες των τεσσάρων ερμηνευτικών κατηγοριών, μιλούν στο The Magazine για τις προσωπικές αλήθειες πίσω από τους ρόλους τους, αλλά και για την μεγάλη ελπίδα της επόμενης μέρας.


Τα βραβεία ΙΡΙΣ απονέμονται την Τετάρτη 16 Ιουνίου στις 9.00 μ.μ και θα μεταδοθούν μέσω live streaming από το επίσημο κανάλι του Ιδρύματος Ωνάση στο YouTube.

Βασίλης Μπισμπίκης

Α' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ

Η Mπαλάντα της Tρύπιας Kαρδιάς

Άρης Σερβετάλης

A' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ

Μήλα

Βίκυ Παπαδοπούλου

Α' ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ

Η Mπαλάντα της Tρύπιας Kαρδιάς

Πηνελόπη Τσιλίκα

Α' ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ

Kala Azar

Στάθης Σταμουλακάτος

Β' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ

Πρόστιμο

Βασιλική Καλλιμάνη

Β' ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ

Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

Σοφία Κόκκαλη

Β' ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ

Digger / Pari

Γιάννης Τσορτέκης

Β' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ

Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

Αργύρης Πανταζάρας

Β' ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ

Digger

Αυτή είναι μια εξομολόγηση», μου λέει ο Αργύρης Πανταζάρας μιλώντας για τον ρόλο που τον έφερε εδώ, υποψήφιο για βραβείο ερμηνείας Ίρις, για την ταινία Digger. «Βλέπεις πώς η μυθοπλασία τροφοδοτείται από τη ζωή του καθενός. Δεν υπηρετείς ένα σενάριο, υπηρετείς τις βασικές σου αρχές και τις ηθικές αξίες που θες να ανακαλύψεις μπροστά στο κοινό, για το κοινό», συνεχίζει ο ήδη κάτοχος του θεατρικού βραβείου “Δημήτρης Χορν” ηθοποιός, που μπήκε στα σπίτια πολλών θεατών χάρη στη συμμετοχή του στις τηλεοπτικές Άγριες Μέλισσες.

«Αυτή για μένα είναι η απαίτηση που έχω από τον εαυτό μου. Γιατί πώς έχεις την απαίτηση από το κοινό να μετακινηθεί και να συγκινηθεί και να συνταξιδέψει μαζί σου, αν δεν το έχεις εσύ πρώτα;», καταλήγει.

Ο Πανταζάρας είναι ένας μόνο από τους ηθοποιούς που διακρίθηκαν από τη φετινή κινηματογραφική χρονιά, μια χρονιά γεμάτη προκλήσεις και ιδιαιτερότητες και για το σινεμά, όπως και για κάθε πτυχή της ζωής μας. Μια χρονιά κομμένη στα δύο, με άλλες ταινίες να κυκλοφορούν το περσινό καλοκαίρι (Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς, Pari) και άλλες να περιμένουν υπομονετικά μήνες και μήνες προκειμένου να συναντήσουν το κοινό τους στις θερινές αίθουσες (Digger, Μήλα, Πρόστιμο, Kala Azar).

Η πικρή ειρωνεία του όλου πράγματος: Πρόκειται για μια υπέροχη συλλογή ταινιών διαφορετικών κατευθύνσεων και αναφορών, που σταδιακά, και με τον τρόπο της η κάθε μία, βρίσκει τον κόσμο της. Στις τέσσερις ερμηνευτικές κατηγορίες, εκεί όπου διακρίνονται και ξεχωρίζουν οι κορυφαίοι ερμηνευτές της χρονιάς, αντικατοπτρίζεται αυτή η διάθεση εξερεύνησης. Ηθοποιοί διαφορετικών σχολών, με διαφορετικές αποστολές, που έρχονται αντιμέτωποι με διαφορετικές προκλήσεις, ξεδιπλώνουν στην οθόνη, καθένας και καθεμία, κάτι το πολυσυλλεκτικά συναρπαστικό.

Δουλεύουμε πολύ βιωματικά με τον Γιάννη. Αν δει ότι σε ένα μονόλογο μπορεί να βρεις αντιστοιχία με ένα δικό σου περιστατικό, θα σε αφήσει να μπεις μέσα, θα αλλάξει το κείμενο. Ο Γιάννης το γουστάρει αυτό, θέλει να μπεις στην ιστορία σαν Βασίλης, σαν βίωμα του Βασίλη...
Βασίλης Μπισμπίκης, ηθοποιός

«Δύσκολος ρόλος, πολύ μακριά από εμένα», λέει ο Βασίλης Μπισμπίκης για την πρωταγωνιστική του ερμηνεία ως πρώην λαϊκός τραγουδιστής που αντιμετωπίζει ένα μεγάλο δίλημμα στην Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς. «Έπρεπε να βρω εκδοχές του εαυτού μου που με έναν τρόπο θα ταίριαζαν πάνω σε αυτό το ρόλο. Δουλεύοντας με διάφορες αντιστοιχίες από τη ζωή τη δική μου, που στον πυρήνα θα ταίριαζαν με ό,τι συμβαίνει στον ρόλο, έπρεπε να ταιριάξω στοιχεία του εαυτού μου».

Η ταινία του Γιάννη Οικονομίδη συγκεντρώνει 15 συνολικά υποψηφιότητες στα φετινά ΙΡΙΣ, περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη στην 12ετή ιστορία των βραβείων. Εξηγεί ο Μπισμπίκης, ηθοποιός με σημαντική πορεία στο θέατρο και με έναν πολυσυζητημένο πρόσφατο ρόλο στις Άγριες Μέλισσες: «Δουλεύουμε πολύ βιωματικά με τον Γιάννη. Αν δει ότι σε ένα μονόλογο μπορεί να βρεις αντιστοιχία με ένα δικό σου περιστατικό, θα σε αφήσει να μπεις μέσα, θα αλλάξει το κείμενο. Ο Γιάννης το γουστάρει αυτό, θέλει να μπεις στην ιστορία σαν Βασίλης, σαν βίωμα του Βασίλη».

Μιλώντας, όμως, για βιώματα... Συνυποψήφιος του Μπισμπίκη στην κατηγορία Α’ Ανδρικού Ρόλου είναι ο Άρης Σερβετάλης για τα Μήλα, ταινία για την οποία έχει ήδη τιμηθεί στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Παίζει έναν άντρα με απώλεια μνήμης μέσα σε μια ρετρονοσταλγική Αθήνα, «ένα θέμα που έχει πολύ ψωμί», όπως μου λέει ο ίδιος. «Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τη μνήμη, χωρίς αυτό το αποτύπωμα, τις ρίζες, την παράδοση, από πού προήλθε;». Παίζει τον ήρωά του, όπως εξηγεί, «με κάποιου είδους αφέλεια απέναντι στα πράγματα, με την απορία που μπορεί να προξενεί το άγνωστο, που μπορεί να προξενεί ο πόνος», συμπληρώνοντας πως οι αγάπες του είναι ο Ζακ Τατί κι ο Μπάστερ Κίτον, κάτι που φαίνεται στο ερμηνευτικό αποτέλεσμα.

«Επειδή έχω βιώσει δυνατές απώλειες θανάτου, ο πόνος σε βάζει σε μια διαδικασία να το αντιμετωπίσεις το γεγονός αργά ή γρήγορα. Μπορεί ο καθένας στο χρόνο που μπορεί να το διαχειριστεί αυτό. Όμως αυτό με βοήθησε να κατανοήσω το ότι μια τόσο δυνατή απώλεια σε βάζει σε μια διάθεση να αναβιώσεις πράγματα, να μπεις στο παρελθόν», ομολογεί ο αγαπητός ηθοποιός μιλώντας για το πώς ήρθε σε συνομιλία με τον ρόλο του, σε εντελώς προσωπικό επίπεδο. «Πώς θα ήταν αν έμπαινες στη διαδικασία να απωλέσεις το παρελθόν σου; Τι θα συνέβαινε; Θα υπήρχε αυτός ο πόνος;», αναρωτιέται.

«Πιστεύω θα υπήρχε. Απλά θα ήταν ένας βασανισμός. Για ποιον λόγο πονάω; Μπορεί να έχεις απώλεια μνήμης αλλά αυτό που έχει καταγραφεί στην ψυχή σου αναπνέει. Και να χάσει κανείς τη μνήμη σου, πιστεύω το συναίσθημα του πόνου θα το έχεις ακόμα. Και θα λες, γιατί πονάω τώρα;».

Για την Πηνελόπη Τσιλίκα, που βρίσκεται τρίτη φορά υποψήφια για Α’ Γυναικείο Ρόλο με το Kala Azar (ξεκινώντας από τη Μικρά Αγγλία του Παντελή Βούλγαρη), η πρόκληση εντοπίστηκε σε κάτι τελείως διαφορετικό. «Δραματουργικά αυτό δεν είναι ένα κλασικό σενάριο, είναι κυρίως μια ταινία παρατήρησης που βάζει πολλά θέματα με έναν εντελώς πλάγιο τρόπο. Δεν υπήρχε μια διαδρομή με μεγάλα συμβάντα. Δεν είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάποιο arc. Και είναι κάτι που για μένα συνέβη πρώτη φορά. Θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν άνθρωπο που ζει και κινείται μέσα σε ένα τέτοιο τοπίο. Η απουσία μιας κλασικής δυτικής δραματουργίας είναι προκλητική», εξηγεί. 

Στην ταινία της Τζάνις Ραφαηλίδου, που αυτές τις μέρες διανέμεται σε χώρες του εξωτερικού μέσα από την διεθνούς φήμης πλατφόρμα Mubi, ένα ζευγάρι νομάδων με ιδιαίτερη αγάπη στα ζώα, περισυλλέγει νεκρά κατοικίδια από τους ιδιοκτήτες για να επιστρέψει έπειτα τις στάχτες τους. «Μεταφερθήκαμε σε έναν άλλο τόπο, ένα καινούριο τοπίο, μια άλλη ύπαρξη ανθρώπων. Ένας άλλος τόπος ενώ είναι τόσο κοντά στην Αθήνα, στις παρυφές, αισθάνεσαι ότι είναι άλλο τοπίο, μια άλλη χώρα. Νομίζω όντως η Τζάνις έκανε μια ταινία για ένα, κάποιο περιθώριο», λέει η Τσιλίκα.

«Eγώ προσωπικά σαν Πηνελόπη δεν έχω επισκεφθεί ποτέ και δεν υποψιαζόμουν ότι υπάρχουν τοπία στην Αθήνα που έχουν τέτοια χαρακτηριστικά. Πώς θα μπορέσεις να τοποθετήσεις τη δική σου ύπαρξη μέσα σε αυτά και θα μπορέσεις να κινηθείς με άνεση; Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι το πώς θα τοποθετηθούμε σε αυτό το χώρο σα να του ανήκουμε κι εμείς», ομολογεί. 

Δίπλα όμως σε μερικούς από τους κορυφαίους ηθοποιούς που διαθέτει αυτή τη στιγμή το ελληνικό σινεμά (ανάμεσά τους η ίδια της η κόρη, Μαρία!), μια φανταστική ιστορία είναι αυτή της Βασιλικής Καλλιμάνη. Η επιχειρηματίας από το Αίγιο δεν είχε καμία σχέση με την υποκριτική μέχρι που ο Γιάννης Οικονομίδης είπε στην Μαρία -με την οποία είχε συνεργαστεί στον Μαχαιροβγάλτη- πως για την Μπαλάντα είχε γράψει ένα ρόλο έχοντας κατά νου τη μητέρα της.

«Με εξέπληξε! Εγώ ως τώρα ήμουν επιχειρηματίας, δεν είχα μάθει από αυτά. Οπότε λέω, άρα κάτι αξίζω! Δεν είμαι μόνο επιχειρηματίας!», λέει η Βασιλική Καλλιμάνη με ένα λαμπερό χαμόγελο έκπληξης. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε να το κάνει, παίζοντας το ρόλο της μητέρας που συμμετέχει σε ένα σχέδιο εκδίκησης. «Είχα διαβάσει το σενάριο και ήξερα το νόημα στο οποίο έπρεπε να μπω. Από εκεί πήρα την αφορμή και ούσα μάνα και μεγαλώνοντας τέσσερα παιδιά, ήξερα πώς να τα πειθαρχήσω και να τα μαλώσω», λέει γελώντας.

Φτάνοντας στα γυρίσματα, η εμπειρία ήταν πρωτόγνωρη όμως η Καλλιμάνη έκλεισε τα μάτια και το πήρε απόφαση. «Στη δική μου σκηνή ήταν γύρω στα 35 άτομα, φωτιστές, φροντιστές, και είπα τότε στον εαυτό μου, Εγώ τώρα θα μιλήσω μπροστά σε τόσους ανθρώπους; Ε, κάπου σοκαρίστηκα. Έκλεισα τα μάτια και είπα μέσα μου πως ήρθα εδώ και πρέπει να γίνει αυτό. Είπα πως δεν είναι κανένας γύρω μου, είμαι εγώ με το παιδί μου και έτσι προχωρήσαμε. Και βέβαια σοκαρίστηκα με το ότι εγώ που νομίζω πως είμαι μια σωστή μάνα, έγινα αφορμή για να γίνουν τόσοι σκοτωμοί!», γελάει.

Επί της οθόνης γιος της είναι ο Γιάννης Τσορτέκης (Suntan, Το Μικρό Ψάρι, και πολύ θέατρο), που μπαίνει βαθιά στο ρόλο ενός αντι-ήρωα σφηνωμένου στο μέσον του σχεδίου εκδίκησης. «Τίποτα από όλο αυτό που βλέπουμε εν τέλει παιγμένο στην ταινία, τίποτα από αυτά δεν παίζεται. Δηλαδή δεν μπορεί να παιχτεί το νταηλίκι, ο τσαμπουκάς, δεν είναι πράγματα που μπορούν να γίνουν ως εξωτερικές καταστάσεις», λέει για την προσέγγιση του ρόλου του.

«Καθένας έχει τις αναφορές του, το ηθικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο κινείται και από εκεί αντλεί, με εκείνο συγκρούεται, κι αυτό είναι το αποτέλεσμα», εξηγεί. «Πάντα είναι προσωπικό. Για τον καθένα είναι προσωπικό, κι όταν δεν είναι τότε αυτό κάνει μπαμ στην οθόνη και παντού».

Βοήθησε ο σκηνοθέτης, περιγράφοντάς μου τι ήταν αυτός ο άνθρωπος, πώς συμπεριφερόταν, τις ατάκες που έλεγε, μου είχε δείξει φωτογραφίες, το εμφανισιακό του, το στυλ, με τις φόρμες. Μετά η δουλειά του ηθοποιού είναι να βάλει το φαντασιακό κομμάτι και να αρχίσει να τον χτίζει. Απλά δανείζομαι πράγματα
Στάθης Σταμουλακάτος, ηθοποιός

Συνυποψήφιος του Τσορτέκη στον Β’ Ανδρικό Ρόλο είναι ο Στάθης Σταμουλακάτος, μια επίσης εμβληματική φιγούρα του έργου του Οικονομίδη, που προτείνεται όμως για έναν άλλο ρόλο στην ευχάριστη έκπληξη του ως τώρα καλοκαιριού, το Πρόστιμο του Φωκίωνα Μπόγρη. Εκεί, ο Σταμουλακάτος παίζει έναν άνθρωπο της νύχτας, τον Πέτρο, με μια επιβλητική ορμή (και οργή) που νιώθεις τον αέρα να χάνεται από τους ανθρώπους γύρω του. Σε αντίθεση με τους συνυποψήφιούς του, ο Σταμουλακάτος ερμηνεύει έναν αντι-ήρωα σε μεγάλο βαθμό βασισμένο σε υπαρκτό άνθρωπο, σε μια αληθινή φιγούρα του υποκόσμου των νοτίων προαστίων.

«Βοήθησε ο Μπόγρης περιγράφοντάς μου τι ήταν αυτός ο άνθρωπος, πώς συμπεριφερόταν, τις ατάκες που έλεγε, μου είχε δείξει φωτογραφίες, το εμφανισιακό του, το στυλ, με τις φόρμες. Μετά η δουλειά του ηθοποιού είναι να βάλει το φαντασιακό κομμάτι και να αρχίσει να τον χτίζει. Απλά δανείζομαι πράγματα», λέει. Βοήθησαν βεβαίως οι πρόβες και η δουλειά που έγινε μέχρι το γύρισμα, παρά το γεγονός πως η διαδικασία αυτή δεν είναι η αγαπημένη του: «Θα ήθελα μαγικά να μπορούσα να μαθαίνω τα λόγια», παραδέχεται. «Να μπαίνανε μέσα μου σε μια μέρα και μετά να έπαιζα. Απολαμβάνω τη στιγμή, λες action, εκεί, το απολαμβάνεις, ζεις».

Ο τρόπος που απολαμβάνει την αμεσότητα της εκτέλεσης ο Σταμουλακάτος πιθανώς να συνδέεται και με το πώς πολλές φορές ένας ρόλος διαμορφώνεται, ολοκληρώνεται εκεί. Στην πράξη. Στην στιγμή του action. «Τίποτα που είναι πάνω στο χαρτί δεν είναι αμετακίνητο. Με τον Μπόγρη αλλάξαμε πολλά πάνω στο γύρισμα, και γίνανε κι αυτοσχεδιασμοί. Αλλά βέβαια είχε προηγηθεί μια διαδικασία πριν, δεν είναι τόσο απλό. Γενικά στον κινηματογράφο είναι άλλο τι γράφεις, άλλο τι βλέπεις, κι άλλο τι μπορείς να γυρίσεις».

«Μέσα στις πρόβες φτιάχνουμε όλο το παρελθόν του χαρακτήρα. Εγώ με την Όλγα δεν είχα ιδιαίτερα κοινά», λέει η Βίκυ Παπαδοπούλου, σταθερή πια συνεργάτης του Γιάννη Οικονομίδη και πρωταγωνίστρια της Μπαλάντας. «Ο Γιάννης μου έλεγε, τι σου αρέσει σε έναν άνθρωπο; Έλεγα ένα πράγμα και μου έλεγε, Αυτό το χαρακτηριστικό θα το βάλεις μέσα», εξηγεί σε σχέση με το πώς προσεγγίζει έναν χαρακτήρα μακριά από την ίδια.

«Κάτι μπορεί να σε γοητεύει και χωρίς να το αναγνωρίζεις, το πλησιάζεις και το συναντάς δουλεύοντας», λέει η Σοφία Κόκκαλη, που φέτος έχει πετύχει μια εντυπωσιακή διπλή υποψηφιότητα στην κατηγορία Β’ Γυναικείου Ρόλου, για το Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη και το Pari του Σιαμάκ Ετεμάντι. «Από το Digger κρατάω τη γνωριμία μου με τον Τζώρτζη, το μαγευτικό τοπίο του γυρίσματος στη Χαλκιδική και μια αυτοσχέδια γιορτή, σαν καμιά άλλη, στη μέση του πουθενά, στο πιο βαθύ σκοτάδι. Στο Pari γνώρισα και θαύμασα τη Μελίκα Φορουτάν και είδα την Αθήνα ξανά αλλιώς, μέσα απ’ τα μάτια του Σιαμάκ», προσθέτει.

Το μεγάλο της breakthrough είχε γίνει επίσης με την Μικρά Αγγλία του Παντελή Βούλγαρη όταν και είχε κερδίσει την πρώτη της υποψηφιότητα. Η πρώτη της νίκη ήρθε λίγα χρόνια αργότερα με το εκπληκτικό Νήμα του Αλέξανδρου Βούλγαρη, σε ένα κυριολεκτικό one woman show. Φέτος, με αξιομνημόνευτους ρόλους-κλειδιά σε δύο από τις ταινίες της χρονιάς, πετυχαίνει την 4η και την 5η της υποψηφιότητα στα Ίρις. «Στο Pari με γοήτευσε η επείγουσα κίνηση προς την ελευθερία. Στο Digger, η προσπάθεια για τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στις αντιφατικές δυνάμεις σε όλα τα πεδία», καταλήγει. «Και στις δύο περιπτώσεις βρήκα κάτι βαθιά ποιητικό».

Όσο πιο καλά προετοιμασμένος είσαι τόσο πιο καλά θα έρθει η στιγμή. Γιατί στην τελική στιγμές κυνηγάμε. Ή δημιουργούμε.
Αργύρης Πανταζάρας, ηθοποιός

Μαζί της στο Digger, ο Αργύρης Πανταζάρας, ο οποίος συνεχίζει την εξομολόγησή του, για το πώς ήρθε σε ολοκληρωτική σύνδεση με τον δικό του ρόλο. «Άρχισα να ασχολούμαι με ό,τι ασχολείται ο ρόλος», λέει με πάθος. «Άλλοι το λένε μέθοδο, εγώ θα έλεγα ότι ψάχνουμε σε κάθε δουλειά μια δική μας μέθοδο. Άρχισα να έχω επαφή με τις μηχανές, να έχω επαφή με το χώμα, πήγαινα σε μάστορα να έχω επαφή με τις κατασκευές, με τα γράσα, με τα γρανάζια, άρχισα να πηγαίνω σε πίστες να βρίσκω δασκάλους, να βρίσκω πραγματικούς οδηγούς, πήρα δύο μηχανές, μία για το χώμα μία για ταξίδια, άρχισα να κάνω τη δική μου πορεία που θα έκανε ένας Τζόνι. Όσο πιο καλά προετοιμασμένος είσαι τόσο πιο καλά θα έρθει η στιγμή. Γιατί στην τελική στιγμές κυνηγάμε. Ή δημιουργούμε».

Ο Τζόνι είναι ο γιος του Νικήτα, που υποδύεται ο Βαγγέλης Μουρίκης στην ταινία, και τον οποίο επαναπροσεγγίζει προκειμένου να διεκδικήσει ένα κομμάτι περιουσίας. Μέσα όμως από μια αρχική και επίμονη σύγκρουση, ο Τζόνι καταφέρνει δίχως να το περιμένει, να έρθει σε επαφή με τις ρίζες του. Και με τον πατέρα του. «Δεν ξέρω αν όλα αυτά σε κάνουν καλύτερο ερμηνευτή, σε κάνουν καλύτερο ερευνητή σίγουρα», παραδέχεται. «Αυτό που έλειπε για να δέσει το παζλ ήταν να κάνω τη δική μου πορεία προς τον δικό μου πατέρα. Άρχισα να βρίσκω αυτή την ιστορία παντού. Στον προπονητή μου στο μοτοκρός να βλέπω τη δική του σχέση με τον δικό του πατέρα. Αυτή την καλύβα να τη βλέπω μέσα στην Αθήνα. Ή αυτό τον φράχτη που καταρρέει να τον βρίσκω στο δικό μου σπίτι, στους δικούς μου ανθρώπους. Άρχισα να βλέπω αυτό το απόσταγμα δίπλα μου. Στις σχέσεις».

Ο ρόλος μοιάζει για εκείνον να ήταν μια ευκαιρία. Ή και ίσως μια ανάγκη. «Μια ωδή στις ρίζες μας, στον πατέρα. Σε αυτό τον ανεξήγητο, ανώριμο σουπερήρωα της ζωής μας, που μας ξανασυστήνεται σε μεγάλη ηλικία», καταλήγει. «Το να κάνεις μια ταινία ενός γιου που επιστρέφει και προσεγγίζει τη ρίζα του, τι να την κάνεις αν δεν την έχεις τολμήσει εσύ ο ίδιος πρώτα. Συνειδητοποιώ ότι κάνουμε τα πάντα για να κατακτήσουμε έναν ρόλο ή να τον πλησιάσουμε, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι δίπλα μας. Μπροστά μας, μέσα μας».

Αυτή είναι μια εξομολόγηση», μου λέει ο Αργύρης Πανταζάρας μιλώντας για τον ρόλο που τον έφερε εδώ, υποψήφιο για βραβείο ερμηνείας Ίρις, για την ταινία Digger. «Βλέπεις πώς η μυθοπλασία τροφοδοτείται από τη ζωή του καθενός. Δεν υπηρετείς ένα σενάριο, υπηρετείς τις βασικές σου αρχές και τις ηθικές αξίες που θες να ανακαλύψεις μπροστά στο κοινό, για το κοινό», συνεχίζει ο ήδη κάτοχος του θεατρικού βραβείου “Δημήτρης Χορν” ηθοποιός, που μπήκε στα σπίτια πολλών θεατών χάρη στη συμμετοχή του στις τηλεοπτικές Άγριες Μέλισσες.

«Αυτή για μένα είναι η απαίτηση που έχω από τον εαυτό μου. Γιατί πώς έχεις την απαίτηση από το κοινό να μετακινηθεί και να συγκινηθεί και να συνταξιδέψει μαζί σου, αν δεν το έχεις εσύ πρώτα;», καταλήγει.

Ο Πανταζάρας είναι ένας μόνο από τους ηθοποιούς που διακρίθηκαν από τη φετινή κινηματογραφική χρονιά, μια χρονιά γεμάτη προκλήσεις και ιδιαιτερότητες και για το σινεμά, όπως και για κάθε πτυχή της ζωής μας. Μια χρονιά κομμένη στα δύο, με άλλες ταινίες να κυκλοφορούν το περσινό καλοκαίρι (Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς, Pari) και άλλες να περιμένουν υπομονετικά μήνες και μήνες προκειμένου να συναντήσουν το κοινό τους στις θερινές αίθουσες (Digger, Μήλα, Πρόστιμο, Kala Azar).

Η πικρή ειρωνεία του όλου πράγματος: Πρόκειται για μια υπέροχη συλλογή ταινιών διαφορετικών κατευθύνσεων και αναφορών, που σταδιακά, και με τον τρόπο της η κάθε μία, βρίσκει τον κόσμο της. Στις τέσσερις ερμηνευτικές κατηγορίες, εκεί όπου διακρίνονται και ξεχωρίζουν οι κορυφαίοι ερμηνευτές της χρονιάς, αντικατοπτρίζεται αυτή η διάθεση εξερεύνησης. Ηθοποιοί διαφορετικών σχολών, με διαφορετικές αποστολές, που έρχονται αντιμέτωποι με διαφορετικές προκλήσεις, ξεδιπλώνουν στην οθόνη, καθένας και καθεμία, κάτι το πολυσυλλεκτικά συναρπαστικό.

Δουλεύουμε πολύ βιωματικά με τον Γιάννη. Αν δει ότι σε ένα μονόλογο μπορεί να βρεις αντιστοιχία με ένα δικό σου περιστατικό, θα σε αφήσει να μπεις μέσα, θα αλλάξει το κείμενο. Ο Γιάννης το γουστάρει αυτό, θέλει να μπεις στην ιστορία σαν Βασίλης, σαν βίωμα του Βασίλη...
Βασίλης Μπισμπίκης, ηθοποιός

«Δύσκολος ρόλος, πολύ μακριά από εμένα», λέει ο Βασίλης Μπισμπίκης για την πρωταγωνιστική του ερμηνεία ως πρώην λαϊκός τραγουδιστής που αντιμετωπίζει ένα μεγάλο δίλημμα στην Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς. «Έπρεπε να βρω εκδοχές του εαυτού μου που με έναν τρόπο θα ταίριαζαν πάνω σε αυτό το ρόλο. Δουλεύοντας με διάφορες αντιστοιχίες από τη ζωή τη δική μου, που στον πυρήνα θα ταίριαζαν με ό,τι συμβαίνει στον ρόλο, έπρεπε να ταιριάξω στοιχεία του εαυτού μου».

Η ταινία του Γιάννη Οικονομίδη συγκεντρώνει 15 συνολικά υποψηφιότητες στα φετινά Ίρις, περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη στην 12ετή ιστορία των βραβείων. Εξηγεί ο Μπισμπίκης, ηθοποιός με σημαντική πορεία στο θέατρο και με έναν πολυσυζητημένο πρόσφατο ρόλο στις Άγριες Μέλισσες: «Δουλεύουμε πολύ βιωματικά με τον Γιάννη. Αν δει ότι σε ένα μονόλογο μπορεί να βρεις αντιστοιχία με ένα δικό σου περιστατικό, θα σε αφήσει να μπεις μέσα, θα αλλάξει το κείμενο. Ο Γιάννης το γουστάρει αυτό, θέλει να μπεις στην ιστορία σαν Βασίλης, σαν βίωμα του Βασίλη».

Μιλώντας, όμως, για βιώματα... Συνυποψήφιος του Μπισμπίκη στην κατηγορία Α’ Ανδρικού Ρόλου είναι ο Άρης Σερβετάλης για τα Μήλα, ταινία για την οποία έχει ήδη τιμηθεί στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Παίζει έναν άντρα με απώλεια μνήμης μέσα σε μια ρετρονοσταλγική Αθήνα, «ένα θέμα που έχει πολύ ψωμί», όπως μου λέει ο ίδιος. «Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τη μνήμη, χωρίς αυτό το αποτύπωμα, τις ρίζες, την παράδοση, από πού προήλθε;». Παίζει τον ήρωά του, όπως εξηγεί, «με κάποιου είδους αφέλεια απέναντι στα πράγματα, με την απορία που μπορεί να προξενεί το άγνωστο, που μπορεί να προξενεί ο πόνος», συμπληρώνοντας πως οι αγάπες του είναι ο Ζακ Τατί κι ο Μπάστερ Κίτον, κάτι που φαίνεται στο ερμηνευτικό αποτέλεσμα.

«Επειδή έχω βιώσει δυνατές απώλειες θανάτου, ο πόνος σε βάζει σε μια διαδικασία να το αντιμετωπίσεις το γεγονός αργά ή γρήγορα. Μπορεί ο καθένας στο χρόνο που μπορεί να το διαχειριστεί αυτό. Όμως αυτό με βοήθησε να κατανοήσω το ότι μια τόσο δυνατή απώλεια σε βάζει σε μια διάθεση να αναβιώσεις πράγματα, να μπεις στο παρελθόν», ομολογεί ο αγαπητός ηθοποιός μιλώντας για το πώς ήρθε σε συνομιλία με τον ρόλο του, σε εντελώς προσωπικό επίπεδο. «Πώς θα ήταν αν έμπαινες στη διαδικασία να απωλέσεις το παρελθόν σου; Τι θα συνέβαινε; Θα υπήρχε αυτός ο πόνος;», αναρωτιέται.

«Πιστεύω θα υπήρχε. Απλά θα ήταν ένας βασανισμός. Για ποιον λόγο πονάω; Μπορεί να έχεις απώλεια μνήμης αλλά αυτό που έχει καταγραφεί στην ψυχή σου αναπνέει. Και να χάσει κανείς τη μνήμη σου, πιστεύω το συναίσθημα του πόνου θα το έχεις ακόμα. Και θα λες, γιατί πονάω τώρα;».

Για την Πηνελόπη Τσιλίκα, που βρίσκεται τρίτη φορά υποψήφια για Α’ Γυναικείο Ρόλο με το Kala Azar (ξεκινώντας από τη Μικρά Αγγλία του Παντελή Βούλγαρη), η πρόκληση εντοπίστηκε σε κάτι τελείως διαφορετικό. «Δραματουργικά αυτό δεν είναι ένα κλασικό σενάριο, είναι κυρίως μια ταινία παρατήρησης που βάζει πολλά θέματα με έναν εντελώς πλάγιο τρόπο. Δεν υπήρχε μια διαδρομή με μεγάλα συμβάντα. Δεν είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάποιο arc. Και είναι κάτι που για μένα συνέβη πρώτη φορά. Θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν άνθρωπο που ζει και κινείται μέσα σε ένα τέτοιο τοπίο. Η απουσία μιας κλασικής δυτικής δραματουργίας είναι προκλητική», εξηγεί. 

Στην ταινία της Τζάνις Ραφαηλίδου, που αυτές τις μέρες διανέμεται σε χώρες του εξωτερικού μέσα από την διεθνούς φήμης πλατφόρμα Mubi, ένα ζευγάρι νομάδων με ιδιαίτερη αγάπη στα ζώα, περισυλλέγει νεκρά κατοικίδια από τους ιδιοκτήτες για να επιστρέψει έπειτα τις στάχτες τους. «Μεταφερθήκαμε σε έναν άλλο τόπο, ένα καινούριο τοπίο, μια άλλη ύπαρξη ανθρώπων. Ένας άλλος τόπος ενώ είναι τόσο κοντά στην Αθήνα, στις παρυφές, αισθάνεσαι ότι είναι άλλο τοπίο, μια άλλη χώρα. Νομίζω όντως η Τζάνις έκανε μια ταινία για ένα, κάποιο περιθώριο», λέει η Τσιλίκα.

«Eγώ προσωπικά σαν Πηνελόπη δεν έχω επισκεφθεί ποτέ και δεν υποψιαζόμουν ότι υπάρχουν τοπία στην Αθήνα που έχουν τέτοια χαρακτηριστικά. Πώς θα μπορέσεις να τοποθετήσεις τη δική σου ύπαρξη μέσα σε αυτά και θα μπορέσεις να κινηθείς με άνεση; Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι το πώς θα τοποθετηθούμε σε αυτό το χώρο σα να του ανήκουμε κι εμείς», ομολογεί. 

Δίπλα όμως σε μερικούς από τους κορυφαίους ηθοποιούς που διαθέτει αυτή τη στιγμή το ελληνικό σινεμά (ανάμεσά τους η ίδια της η κόρη, Μαρία!), μια φανταστική ιστορία είναι αυτή της Βασιλικής Καλλιμάνη. Η επιχειρηματίας από το Αίγιο δεν είχε καμία σχέση με την υποκριτική μέχρι που ο Γιάννης Οικονομίδης είπε στην Μαρία -με την οποία είχε συνεργαστεί στον Μαχαιροβγάλτη- πως για την Μπαλάντα είχε γράψει ένα ρόλο έχοντας κατά νου τη μητέρα της.

«Με εξέπληξε! Εγώ ως τώρα ήμουν επιχειρηματίας, δεν είχα μάθει από αυτά. Οπότε λέω, άρα κάτι αξίζω! Δεν είμαι μόνο επιχειρηματίας!», λέει η Βασιλική Καλλιμάνη με ένα λαμπερό χαμόγελο έκπληξης. Το σκέφτηκε και τελικά συμφώνησε να το κάνει, παίζοντας το ρόλο της μητέρας που συμμετέχει σε ένα σχέδιο εκδίκησης. «Είχα διαβάσει το σενάριο και ήξερα το νόημα στο οποίο έπρεπε να μπω. Από εκεί πήρα την αφορμή και ούσα μάνα και μεγαλώνοντας τέσσερα παιδιά, ήξερα πώς να τα πειθαρχήσω και να τα μαλώσω», λέει γελώντας.

Φτάνοντας στα γυρίσματα, η εμπειρία ήταν πρωτόγνωρη όμως η Καλλιμάνη έκλεισε τα μάτια και το πήρε απόφαση. «Στη δική μου σκηνή ήταν γύρω στα 35 άτομα, φωτιστές, φροντιστές, και είπα τότε στον εαυτό μου, Εγώ τώρα θα μιλήσω μπροστά σε τόσους ανθρώπους; Ε, κάπου σοκαρίστηκα. Έκλεισα τα μάτια και είπα μέσα μου πως ήρθα εδώ και πρέπει να γίνει αυτό. Είπα πως δεν είναι κανένας γύρω μου, είμαι εγώ με το παιδί μου και έτσι προχωρήσαμε. Και βέβαια σοκαρίστηκα με το ότι εγώ που νομίζω πως είμαι μια σωστή μάνα, έγινα αφορμή για να γίνουν τόσοι σκοτωμοί!», γελάει.

Επί της οθόνης γιος της είναι ο Γιάννης Τσορτέκης (Suntan, Το Μικρό Ψάρι, και πολύ θέατρο), που μπαίνει βαθιά στο ρόλο ενός αντι-ήρωα σφηνωμένου στο μέσον του σχεδίου εκδίκησης. «Τίποτα από όλο αυτό που βλέπουμε εν τέλει παιγμένο στην ταινία, τίποτα από αυτά δεν παίζεται. Δηλαδή δεν μπορεί να παιχτεί το νταηλίκι, ο τσαμπουκάς, δεν είναι πράγματα που μπορούν να γίνουν ως εξωτερικές καταστάσεις», λέει για την προσέγγιση του ρόλου του.

«Καθένας έχει τις αναφορές του, το ηθικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο κινείται και από εκεί αντλεί, με εκείνο συγκρούεται, κι αυτό είναι το αποτέλεσμα», εξηγεί. «Πάντα είναι προσωπικό. Για τον καθένα είναι προσωπικό, κι όταν δεν είναι τότε αυτό κάνει μπαμ στην οθόνη και παντού».

Βοήθησε ο Μπόγρης περιγράφοντάς μου τι ήταν αυτός ο άνθρωπος, πώς συμπεριφερόταν, τις ατάκες που έλεγε, μου είχε δείξει φωτογραφίες, το εμφανισιακό του, το στυλ, με τις φόρμες. Μετά η δουλειά του ηθοποιού είναι να βάλει το φαντασιακό κομμάτι και να αρχίσει να τον χτίζει. Απλά δανείζομαι πράγματα
Στάθης Σταμουλακάτος, ηθοποιός

Συνυποψήφιος του Τσορτέκη στον Β’ Ανδρικό Ρόλο είναι ο Στάθης Σταμουλακάτος, μια επίσης εμβληματική φιγούρα του έργου του Οικονομίδη, που προτείνεται όμως για έναν άλλο ρόλο στην ευχάριστη έκπληξη του ως τώρα καλοκαιριού, το Πρόστιμο του Φωκίωνα Μπόγρη. Εκεί, ο Σταμουλακάτος παίζει έναν άνθρωπο της νύχτας, τον Πέτρο, με μια επιβλητική ορμή (και οργή) που νιώθεις τον αέρα να χάνεται από τους ανθρώπους γύρω του. Σε αντίθεση με τους συνυποψήφιούς του, ο Σταμουλακάτος ερμηνεύει έναν αντι-ήρωα σε μεγάλο βαθμό βασισμένο σε υπαρκτό άνθρωπο, σε μια αληθινή φιγούρα του υποκόσμου των νοτίων προαστίων.

«Βοήθησε ο Μπόγρης περιγράφοντάς μου τι ήταν αυτός ο άνθρωπος, πώς συμπεριφερόταν, τις ατάκες που έλεγε, μου είχε δείξει φωτογραφίες, το εμφανισιακό του, το στυλ, με τις φόρμες. Μετά η δουλειά του ηθοποιού είναι να βάλει το φαντασιακό κομμάτι και να αρχίσει να τον χτίζει. Απλά δανείζομαι πράγματα», λέει. Βοήθησαν βεβαίως οι πρόβες και η δουλειά που έγινε μέχρι το γύρισμα, παρά το γεγονός πως η διαδικασία αυτή δεν είναι η αγαπημένη του: «Θα ήθελα μαγικά να μπορούσα να μαθαίνω τα λόγια», παραδέχεται. «Να μπαίνανε μέσα μου σε μια μέρα και μετά να έπαιζα. Απολαμβάνω τη στιγμή, λες action, εκεί, το απολαμβάνεις, ζεις».

Ο τρόπος που απολαμβάνει την αμεσότητα της εκτέλεσης ο Σταμουλακάτος πιθανώς να συνδέεται και με το πώς πολλές φορές ένας ρόλος διαμορφώνεται, ολοκληρώνεται εκεί. Στην πράξη. Στην στιγμή του action. «Τίποτα που είναι πάνω στο χαρτί δεν είναι αμετακίνητο. Με τον Μπόγρη αλλάξαμε πολλά πάνω στο γύρισμα, και γίνανε κι αυτοσχεδιασμοί. Αλλά βέβαια είχε προηγηθεί μια διαδικασία πριν, δεν είναι τόσο απλό. Γενικά στον κινηματογράφο είναι άλλο τι γράφεις, άλλο τι βλέπεις, κι άλλο τι μπορείς να γυρίσεις».

«Μέσα στις πρόβες φτιάχνουμε όλο το παρελθόν του χαρακτήρα. Εγώ με την Όλγα δεν είχα ιδιαίτερα κοινά», λέει η Βίκυ Παπαδοπούλου, σταθερή πια συνεργάτης του Γιάννη Οικονομίδη και πρωταγωνίστρια της Μπαλάντας. «Ο Γιάννης μου έλεγε, τι σου αρέσει σε έναν άνθρωπο; Έλεγα ένα πράγμα και μου έλεγε, Αυτό το χαρακτηριστικό θα το βάλεις μέσα», εξηγεί σε σχέση με το πώς προσεγγίζει έναν χαρακτήρα μακριά από την ίδια.

«Κάτι μπορεί να σε γοητεύει και χωρίς να το αναγνωρίζεις, το πλησιάζεις και το συναντάς δουλεύοντας», λέει η Σοφία Κόκκαλη, που φέτος έχει πετύχει μια εντυπωσιακή διπλή υποψηφιότητα στην κατηγορία Β’ Γυναικείου Ρόλου, για το Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη και το Pari του Σιαμάκ Ετεμάντι. «Από το Digger κρατάω τη γνωριμία μου με τον Τζώρτζη, το μαγευτικό τοπίο του γυρίσματος στη Χαλκιδική και μια αυτοσχέδια γιορτή, σαν καμιά άλλη, στη μέση του πουθενά, στο πιο βαθύ σκοτάδι. Στο Pari γνώρισα και θαύμασα τη Μελίκα Φορουτάν και είδα την Αθήνα ξανά αλλιώς, μέσα απ’ τα μάτια του Σιαμάκ», προσθέτει.

Το μεγάλο της breakthrough είχε γίνει επίσης με την Μικρά Αγγλία του Παντελή Βούλγαρη όταν και είχε κερδίσει την πρώτη της υποψηφιότητα. Η πρώτη της νίκη ήρθε λίγα χρόνια αργότερα με το εκπληκτικό Νήμα του Αλέξανδρου Βούλγαρη, σε ένα κυριολεκτικό one woman show. Φέτος, με αξιομνημόνευτους ρόλους-κλειδιά σε δύο από τις ταινίες της χρονιάς, πετυχαίνει την 4η και την 5η της υποψηφιότητα στα Ίρις. «Στο Pari με γοήτευσε η επείγουσα κίνηση προς την ελευθερία. Στο Digger, η προσπάθεια για τη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στις αντιφατικές δυνάμεις σε όλα τα πεδία», καταλήγει. «Και στις δύο περιπτώσεις βρήκα κάτι βαθιά ποιητικό».

Όσο πιο καλά προετοιμασμένος είσαι τόσο πιο καλά θα έρθει η στιγμή. Γιατί στην τελική στιγμές κυνηγάμε. Ή δημιουργούμε.
Αργύρης Πανταζάρας, ηθοποιός

Μαζί της στο Digger, ο Αργύρης Πανταζάρας, ο οποίος συνεχίζει την εξομολόγησή του, για το πώς ήρθε σε ολοκληρωτική σύνδεση με τον δικό του ρόλο. «Άρχισα να ασχολούμαι με ό,τι ασχολείται ο ρόλος», λέει με πάθος. «Άλλοι το λένε μέθοδο, εγώ θα έλεγα ότι ψάχνουμε σε κάθε δουλειά μια δική μας μέθοδο. Άρχισα να έχω επαφή με τις μηχανές, να έχω επαφή με το χώμα, πήγαινα σε μάστορα να έχω επαφή με τις κατασκευές, με τα γράσα, με τα γρανάζια, άρχισα να πηγαίνω σε πίστες να βρίσκω δασκάλους, να βρίσκω πραγματικούς οδηγούς, πήρα δύο μηχανές, μία για το χώμα μία για ταξίδια, άρχισα να κάνω τη δική μου πορεία που θα έκανε ένας Τζόνι. Όσο πιο καλά προετοιμασμένος είσαι τόσο πιο καλά θα έρθει η στιγμή. Γιατί στην τελική στιγμές κυνηγάμε. Ή δημιουργούμε».

Ο Τζόνι είναι ο γιος του Νικήτα, που υποδύεται ο Βαγγέλης Μουρίκης στην ταινία, και τον οποίο επαναπροσεγγίζει προκειμένου να διεκδικήσει ένα κομμάτι περιουσίας. Μέσα όμως από μια αρχική και επίμονη σύγκρουση, ο Τζόνι καταφέρνει δίχως να το περιμένει, να έρθει σε επαφή με τις ρίζες του. Και με τον πατέρα του. «Δεν ξέρω αν όλα αυτά σε κάνουν καλύτερο ερμηνευτή, σε κάνουν καλύτερο ερευνητή σίγουρα», παραδέχεται. «Αυτό που έλειπε για να δέσει το παζλ ήταν να κάνω τη δική μου πορεία προς τον δικό μου πατέρα. Άρχισα να βρίσκω αυτή την ιστορία παντού. Στον προπονητή μου στο μοτοκρός να βλέπω τη δική του σχέση με τον δικό του πατέρα. Αυτή την καλύβα να τη βλέπω μέσα στην Αθήνα. Ή αυτό τον φράχτη που καταρρέει να τον βρίσκω στο δικό μου σπίτι, στους δικούς μου ανθρώπους. Άρχισα να βλέπω αυτό το απόσταγμα δίπλα μου. Στις σχέσεις».

Ο ρόλος μοιάζει για εκείνον να ήταν μια ευκαιρία. Ή και ίσως μια ανάγκη. «Μια ωδή στις ρίζες μας, στον πατέρα. Σε αυτό τον ανεξήγητο, ανώριμο σουπερήρωα της ζωής μας, που μας ξανασυστήνεται σε μεγάλη ηλικία», καταλήγει. «Το να κάνεις μια ταινία ενός γιου που επιστρέφει και προσεγγίζει τη ρίζα του, τι να την κάνεις αν δεν την έχεις τολμήσει εσύ ο ίδιος πρώτα. Συνειδητοποιώ ότι κάνουμε τα πάντα για να κατακτήσουμε έναν ρόλο ή να τον πλησιάσουμε, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι δίπλα μας. Μπροστά μας, μέσα μας».

Ο σκηνοθέτης της Μπαλάντας της Τρύπιας Καρδιάς, Γιάννης Οικονομίδης.

Ο σκηνοθέτης της Μπαλάντας της Τρύπιας Καρδιάς, Γιάννης Οικονομίδης.

Ο σκηνοθέτης της Μπαλάντας της Τρύπιας Καρδιάς, Γιάννης Οικονομίδης.

Ο σκηνοθέτης της Μπαλάντας της Τρύπιας Καρδιάς, Γιάννης Οικονομίδης.

Η ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗ

Οι ερμηνευτεσ τησ μπαλαντασ

Μία ταινία φέτος κατάφερε να προταθεί σε όλες τις ερμηνευτικές κατηγορίες, κάτι που είχε συμβεί σε τρεις μόνο τελετές στο παρελθόν. Είναι η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς του Γιάννη Οικονομίδη, που έτσι κι αλλιώς συγκέντρωσε τις περισσότερες -15- υποψηφιότητες κι έρχεται να επιβεβαιώσει για μια ακόμα φορά την μεγάλη αναγνώριση του δημιουργού στο χώρο του ελληνικού σινεμά.

Ακόμα κι από το κλίμα της μέρα της φωτογράφισης, όταν συναντήθηκαν ηθοποιοί όχι μόνο από τη Μπαλάντα αλλά κι από παλαιότερες ταινίες του σκηνοθέτη, ήταν εμφανές πως οι αυτοί οι συνεργάτες μοιράζονται κάτι πολύ βαθύ, που ξεκινά αλλά οπωσδήποτε δεν περιορίζεται στο σετ των γυρισμάτων. Τι είναι αυτό που κάνει τόσο σωστά ως συνεργάτης, ώστε μέσα σε ένα τόσο ευρύ ensemble ηρώων να αναδεικνύονται όλοι και όλες; Το κουαρτέτο των προτεινόμενων για Ίρις ηθοποιών εξηγεί.

«Στη συζήτηση, ενώ έχει πολύ συγκεκριμένο όραμα, ακούει και σε κάνει να αισθάνεσαι συνδημιουργός, ότι βάζεις το λιθαράκι σου», εξηγεί η Βίκυ Παπαδοπούλου. «Είναι πολύ έξυπνος και τρυφερός άνθρωπος κι αυτά είναι χαρακτηριστικά που δε μπορείς να μην τα εκτιμήσεις. Σε βάζει σε όλη αυτή τη διαδικασία ως ισάξιο. Αν αφεθείς σε εξελίσσει σαν ηθοποιό, κι ο τρόπος δουλειάς του σε βοηθάει στο να ανοίγεσαι ολοκληρωτικά χωρίς φόβο, και με πάθος ταυτόχρονα», λέει. «Η συνεργασία με τον Γιάννη με εξέλιξε και σαν ηθοποιό και σαν άνθρωπο».

Θυμάται ο Βασίλης Μπισμπίκης πως «τον Γιάννη τον γνώρισα σχεδόν πέντε χρόνια πριν από την ταινία. Ήμασταν φίλοι, συχνάζαμε στα ίδια μέρη, συζητούσαμε, απόψεις ιδέες. Η διαδικασία προβών ήταν έξι μήνες πριν την ταινία και εκεί ανακάλυψα τον Γιάννη ως δημιουργό. Έγινε για μένα δάσκαλος. Ο τρόπος που δούλευε με τους ηθοποιούς ήταν πρωτόγνωρος για μένα, έχει μια γενναιοδωρία, μια δοτικότητα, ευελιξία». Καταλήγοντας πως «μου ξεκούμπωσε πολλά, κατάφερα να ξεκλειδώσω κάποιους κώδικές υποκριτικής που μου χρειάζονταν μετέπειτα για το θέατρο. Καλλιτεχνικά με πήγε πολλά βήματα μπροστά η συνεργασία μου με τον Γιάννη».

Η Βασιλική Καλλιμάνη, που δεν είχε ερμηνευτική εμπειρία πριν από την Μπαλάντα, θυμάται μια σκηνή από τις πρόβες. «Ήταν μια σκηνή λίγο έντονη, με στρες, και είδα τον Γιάννη βούρκωσε, δάκρυσε, εγώ στον κόσμο μου, δεν το είχα πάρει χαμπάρι. Σκεφτόμουν πως το παιδεύω το παιδί», λέει γελώντας. «Ήταν πολύ υποστηρικτικός και ευγενέστατος. Ξεκίναγε από κουβέντα και έτσι έμπαινες στο νόημα. Ήταν πολύ μαλακός με εμένα και πάρα πολύ καλός μαζί μου και αυτό με ενέπνευσε να προχωρήσω».

Για τον Γιάννη Τσορτέκη, ο ρόλος είναι ένα πρόσχημα. «Αυτό που μου έδωσε πολύ υλικό είναι η σχέση με τον Γιάννη Οικονομίδη έτσι όπως εξελίσσεται μες στα χρόνια, ο δρόμος της επαφής και της επικοινωνίας που έχει δημιουργηθεί μεταξύ μας, κι επί της ουσίας αυτό το προχώρημα που είναι μια παράδοση άνευ όρων τους ενός στον άλλον. Ο ρόλος είναι ένα πρόσχημα για να βρεθούμε και να βρισκόμαστε και να δοκιμάζουμε συνεχώς, στην αφαίρεση», εξηγεί.

Η διαδικασία αυτή περνάει μάλιστα μέσα από μια συλλογική δουλειά. «Βλέπουμε και τις πρόβες των άλλων για να έχουμε κοινή ατμόσφαιρα, κοινό όραμα, να συνδεόμαστε, παρόλο που μπορεί να μην έχουμε μαζί σκηνή στην ταινία», λέει η Βίκυ Παπαδοπούλου. «Ο Γιάννης θέλει να έχουμε κοινό στόχο και αισθητική για τα πράγματα. Δεν είσαι απλά εκτελεστικό όργανο».

Ο Άρης Σερβετάλης στο φιλμ του Χρήστου Νίκου, Μήλα.

Η Σοφία Κόκκαλη σε σκηνή της ταινίας Digger.

Βίκυ Παπαδοπούλου και Βασίλης Μπισμπίκης στην Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς.

Ο Στάθης Σταμουλακάτος με τον πρωταγωνιστή της ταινίας Πρόστιμο, Βαγγέλη Ευαγγελινό.

Ο Άρης Σερβετάλης στο φιλμ του Χρήστου Νίκου, Μήλα.

Η Σοφία Κόκκαλη σε σκηνή της ταινίας Digger.

Βίκυ Παπαδοπούλου και Βασίλης Μπισμπίκης στην Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς.

Ο Στάθης Σταμουλακάτος με τον πρωταγωνιστή της ταινίας Πρόστιμο, Βαγγέλη Ευαγγελινό.

Η ΑΝΘΗΣΗ του νεου ΕΛΛΗΝΙΚΟυ ΣΙΝΕΜΑ

Σε μια χρονιά τόσο δύσκολη, είναι συναρπαστικό να νιώθεις πως ο κόσμος ενδιαφέρεται με τις νέες ελληνικές ταινίες με έναν τρόπο που μοιάζει κάπως συνολικός. Μια καλή φουρνιά ταινιών, οπωσδήποτε. Αλλά και κάτι επιπλέον; «Υπάρχει πολύς νέος κόσμος που πλέον αντιμετωπίζει τον ελληνικό κινηματογράφο σαν ευρωπαϊκό όπως του έπρεπε και όπως του άξιζε πάντα», πιστεύει ο Γιάννης Τσορτέκης.

«Μπράβο σε όλους αυτούς τους εντελώς άξιους ανθρώπους που σε πολλές περιπτώσεις με πενιχρά μέσα καταφέρνουν αριστουργήματα που η εντιμότητα όλων βγάζει στο φως», συνεχίζει με φλογισμένο λόγο. «Το ελληνικό σινεμά ανέκαθεν ήταν ευρωπαϊκό σινεμά όσο κι αν θέλαν να το θάψουν, να το εξαφανίσουν, άνθρωποι ανίκανοι σε σημαντικά πόστα. Το ελληνικό σινεμά είχε την πορεία, την σκληρή ζωή που είχε ο Αντρέι Ταρκόφσκι που παρακαλούσε, εκλιπαρούσε για το αυτονόητο για αυτόν, και είχε απέναντί του τα μουλάρια της  σοβιετικής γραφειοκρατίας να τον έχουν στο φτύσιμο. Το ελληνικό το δύσμοιρο το σινεμαδάκι μας έχει βιώσει βίο ταρκοφσκικό», παραλληλίζει.

Ο Στάθης Σταμουλακάτος θυμάται πώς το Πρόστιμο συνέβη επειδή πολλοί άνθρωποι πίστεψαν και επένδυσαν προσωπικά. «Είναι πραγματικά ένα θαύμα», μου λέει. «Μια διατριβή πάνω στο πώς μπορεί να γίνει μια ταινία από το τίποτα. Έκανε την κίνηση ο Μπόγρης να βάλει και δικά του λεφτά και να κινητοποιηθεί ένας ολόκληρος κόσμος. Πολλοί μπήκαν με φιλότιμο σε αυτό το πράγμα. Ακολουθούσαμε ο ένας τον άλλον», θυμάται. «Δεύτερη φορά τέτοιο θαύμα δεν θα ξαναγίνει. Δεν θα κάτσουν τα πράγματα, τόσο απλά».

Το Πρόστιμο τώρα έχει αποκτήσει word of mouth και έχει γεμίσει ουκ ολίγες προβολές με το άνοιγμα των θερινών στο φετινό καλοκαίρι. Πέρσι είχε πάει καλά το Pari, και φυσικά η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς. «Με χαροποιεί το γεγονός ότι η Μπαλάντα παίχτηκε με προβολές γεμάτες και άρεσε στον κόσμο, είμαι πολύ περήφανη», λέει ο Βίκυ Παπαδοπούλου.

Το Digger δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμη, αλλά ο Αργύρης Πανταζάρας θυμάται μια προσωπική εμπειρία από προβολή του στο εξωτερικό, μιας ταινίας με σαφή ελληνικά στοιχεία που όμως επικοινωνεί παντού. «Όταν καταλαβαίνει ο άλλος τα Ματόκλαδά στον βορρά ή στο άλλο ημισφαίριο, και καταλαβαίνει τι είναι αυτό που σε συγκινεί ακόμα κι αν έχει απόσταση ο πολιτισμός σου, τότε καταλαβαίνεις ότι κάτι γίνεται. Γιατί στο τέλος έτσι όπως βλέπει καθένας τον δικό του πατέρα έτσι βλέπει και τον δικό του τόπο».

Μπορεί να βγει το σινεμά μας δυνατό ύστερα από μια τόσο δύσκολη περίοδο; «Πρέπει κανείς να προετοιμάζεται για οποιαδήποτε αλλαγή», λέει ο Άρης Σερβετάλης. «Ο κινηματογράφος ενώ και πριν την λαίλαπα που ήρθε έκανε πολύ δυνατά πράγματα, κατά τη διάρκεια προσπάθησε κάπως να προσαρμοστεί. Είναι μια πολύ ιδιαίτερη περίοδος. Εύχομαι να μας ενδυναμώσει και να μας ανακαινίσει».

Για τον Γιάννη Τσορτέκη, τελικά, όλα κρίνονται από τους νέους. «Οι νέες γενιές που έχουν μπολιαστεί από εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και ηθική απέναντι στα πράγματα έχουν αφήσει πίσω τις γενιές οι οποίες ασκούσαν μια συντηρητική κριτική απέναντι στα πράγματα, που αποδέχονταν οτιδήποτε ξενόφερτο και απέρριπταν οτιδήποτε εγχώριο, και για αυτόν ακριβώς το λόγο τα παιδιά είναι απενοχοποιημένα», λέει με το γνώριμό του πάθος.

«Ο κόσμος ανταποκρίνεται επειδή κάτι προφανώς συμβαίνει, κάτι δημιουργεί ζύμωση για σκέψη, κάτι τον πηγαίνει παρακάτω, από αισθητική πλευρά, από φιλοσοφική πλευρά, από εννοιολογική πλευρά. Κι αυτό το κάτι σίγουρα δεν αφορά μεγαλύτερες ηλικίες που προτάσσουν έναν πουριτανισμό ότι ας πούμε [μια ταινία] βρίζει πολύ, την ίδια στιγμή που πέφτουν κοφτερά βλέμμα και θάψιμο από πίσω», καταλήγει. «Η νέα γενιά δεν είναι έτσι. Βρίζει μπροστά, αγαπάει μπροστά, ονειρεύεται μπροστά, όλα μπροστά. Πίσω και πλαγίως δεν έχει».

Ρούχα: Παντελόνι G Star Raw, Παπούτσια Converse (Σοφία Κόκκαλη), Παντελόνι G Star Raw, Παπούτσια Converse, Μπλούζα Calvin Klein (Πηνελόπη Τσιλίκα), Πουκάμισο Yfos Online Shop, Παντελόνι Arpyes, People People Boutique (Βίκυ Παπαδοπούλου), Παντελόνι G Star Raw, Παπούτσια Converse (Γιάννης Τσορτέκης), Γιλέκο G Star Raw, Παντελόνι G Star Raw, Παπούτσια Converse (Αργύρης Πανταζάρας)

Μοντάζ βίντεο: Μπόρις Αντσέβ