EΘΝΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

The Insiders

Habemus Εθνική Πινακοθήκη. Μετά από οκτώ χρόνια εργασιών –αλλά και καθυστερήσεων, πισωγυρισμάτων και άφθονης γκρίνιας–, η «Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου» άνοιξε θριαμβευτικά τις θύρες της. Για μια μέρα, έστω. Διότι, βέβαια, η πανηγυρική επίσκεψη των εκπροσώπων των τριών Μεγάλων Δυνάμεων (και της αδελφής Κύπρου) στην Πινακοθήκη, παραμονή της 200ής επετείου από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, δεν σηματοδοτεί την πραγματική απόδοση του πολυαναμενόμενου έργου στο κοινό. Εκκρεμούν ακόμη σημαντικές διαμορφώσεις στο εσωτερικό, καθώς και παρεμβάσεις στον περιβάλλοντα χώρο. 

Εκκρεμότητες που συνιστούν πταίσματα, πάντως, μπρος σε ολιγωρίες, χασομέρι, και ελλιπείς σχεδιασμούς που καταγράφηκαν στη διάρκεια αυτής της οκταετίας –με πιο εξόφθαλμο, ίσως, παράδειγμα την... αιφνιδιαστική ανακάλυψη του θαλερού υδροφόρου ορίζοντα του Ιλισσού, λίγους μήνες μετά την έναρξη των εργασιών το 2013, γεγονός που επέσυρε υπογραφή συμπληρωματικής σύμβασης με τον ανάδοχο, συν έξτρα κονδύλι 5,5 εκατομμύριων ευρώ για την στατικότητα του κτιρίου. 

Αλλά, τέρμα η γκρίνια. Η νέα πινακοθήκη της Αθήνας –της χώρας σύμπασας, στην πραγματικότητα, με βάση την ιστορική σπουδαιότητα και την καλλιτεχνική αξία των 20.000 έργων τέχνης που έχει στην κατοχή της– είναι εδώ. 

Μια ολοκαίνουρια σελίδα 

Το λίφτινγκ της Πινακοθήκης είναι πολύ παραπάνω από ένα σκέτο λίφτινγκ. Μιλάμε για πραγματική αναγέννηση, για μια νέα ταυτότητα. Τα 9.720 τ.μ. του παλιού κτιριακού συγκροτήματος υπερδιπλασιάστηκαν φτάνοντας τα 20.760 τ.μ. Σε αυτό βοήθησε καταλυτικά και η χορηγία του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Το εν λόγω εμβαδόν φιλοξενεί μια συγκλονιστική αίθουσα υποδοχής (910τ.μ.) με δύο, παρακαλώ, πωλητήρια και σαλόνι ψηφιακής πληροφόρησης, ένα αμφιθέατρο 350 θέσεων, φυσικά νέους εκθεσιακούς χώρους (2.230τ.μ.), μια αίθουσα εκπαιδευτικών προγραμμάτων, εργαστήρια συντήρησης, βιβλιοθήκη, καθώς και απαραίτητες υπερσύγχρονες αποθήκες έργων τέχνης (1.645τ.μ.) στο υπόγειο με δυνατότητα στέγασης 10.000 έργων.

Παρεμπιπτόντως, μιλώντας για έργα τέχνης, αξίζει να σημειωθεί ότι η μόνιμη συλλογή του ιδρύματος εφεξής θα αριθμεί 1.000 καλλιτεχνήματα, όταν πριν μετά βίας ξεπερνούσε τα 400. Κι επειδή, βέβαια, όπως πια μάθαμε χάρη και στο Μουσείο της Ακρόπολης, ένα πολιτιστικό ίδρυμα που σέβεται τον εαυτό του (και κυρίως, τους επισκέπτες του) καλό είναι να διαθέτει θελκτικούς χώρους χαλάρωσης, ανάπαυλας και φαγητού, η Πινακοθήκη μάς επιφυλάσσει δυο καφέ-εστιατόρια. Το ένα βρίσκεται στο ισόγειο σε απευθείας διάλογο και επαφή με την έξω καθημερινή ζωή.

Το άλλο, με το όνομα «Παρθένης», φωλιάζει στον νεότευκτο τρίτο όροφο του πίσω κτιρίου προσφέροντας άπαιχτη θέα στην πόλη και, λόγω προσανατολισμού, στον Σαρωνικό. Με το υαλώδες μοντέρνο περίβλημά της, την σπείρα της, με την εμφανή ράμπα προς τον νεοαποκτηθέντα όροφο (η οποία ενέπνευσε και το νέο λογότυπο του ιδρύματος), η νέα Εθνική Πινακοθήκη έχει ήδη κάνει κατάσταση στον χάρτη της πόλης. Μόνο που, βέβαια, ένα μουσείο, μια πινακοθήκη, γενικά ένας χώρος τέχνης δεν εξαντλείται στο κτιριακό περίβλημά του. Κάθε άλλο. Αυτό που έχει πραγματική σημασία είναι το μέσα. Ο χώρος, δηλαδή, που φιλοξενεί και αναδεικνύει την καλλιτεχνική δημιουργία.

Οι άνθρωποι που καθοδηγούν
το βλέμμα μας

Οι αρχιτέκτονες που διαμόρφωσαν εσωτερικά τη νέα Εθνική Πινακοθήκη μας «ξεναγούν» σε μια νέα οπτική αντίληψη.

Οι τρεις αρχιτέκτονες πίσω από την εσωτερική διαμόρφωση της νέας Εθνικής Πινακοθήκης: (από αριστερά) Κριστίν Λονγκεπέ, Γιώργος Παρμενίδης, Ιφιγένεια Μάρη, του αρχιτεκτονικού γραφείου «Παρμενίδης – Longuépée – Μάρη». (Φωτογραφία: Φραντσέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson)

Για την εσωτερική διαμόρφωση της νέας Εθνικής Πινακοθήκης, λοιπόν, θα μιλήσουμε εδώ. Oι αρχιτέκτονες Γιώργος Παρμενίδης, Ιφιγένεια Μάρη και Κριστίν Λονγκεπέ ανέλαβαν το 2015 την μελέτη και επίβλεψη του μουσειογραφικού σχεδιασμού του νέου κτιριακού συγκροτήματος της Πινακοθήκης. Ενώ το 2019 τους ανατέθηκε και η ολοκλήρωση της διαμόρφωσης των υπαίθριων χώρων του αναγεννημένου ιδρύματος. 


Πώς αισθάνεστε που παραδίδετε;

Γιώργος Παρμενίδης: Απολύομαι!

Ιφιγένεια Μάρη: Ακριβώς αυτό…

Πέρασε, βέβαια, από σαράντα κύματα το έργο με όλα αυτά τα άκρως ελληνικά που το κατέτρεχαν…

Γ.Π.: Για μένα, το μεγάλο πρόβλημα –δεν ξέρω αν είναι αποκλειστικά ελληνική ιδιοτυπία, αλλά είναι σίγουρα ιδιοτυπία– είναι ότι το έργο παράχθηκε από πάρα πολλές εργολαβίες. Άλλες μεγαλύτερες, άλλες μικρότερες. Υπήρχε τρομακτική δυσκολία να συντονιστούν όλοι αυτοί. Και επειδή τα χρήματα δεν έρχονταν με κανονικό ρυθμό, οι χρόνοι ανάληψης των εργολαβιών ήταν άλλα αντ’ άλλων η μια προς την άλλη. Δημιουργούνταν διάφορα σχήματα –πρωθύστερα, μεθύστερα… Ήταν μεγάλη ταλαιπωρία, αλλά το κάναμε! Μια από τις ικανοποιήσεις είναι κι αυτή: ότι τελικά τα καταφέραμε. Νομίζω, ωστόσο, ότι περισσότερο ενδιαφέρον έχουν αυτά που καταφέραμε αρχιτεκτονικά. Έχει πολλές πρωτοτυπίες το έργο. 

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για τους εκθεσιακούς χώρους. Ποια είναι η λογική πίσω από τον σχεδιασμό τους;

Γ.Π.: Μια πολύ βασική ιδέα ήταν ότι στις μόνιμες συλλογές θα βάζαμε τα πανέλα –τα εκθεσιακά πανό, δηλαδή– έτσι ώστε να κατευθύνουν την πορεία του βλέμματος του θεατή. Κάθε τόσο, δηλαδή, να δημιουργείται μεταξύ των εκθεμάτων ένα κενό, μια έκπληξη, μια μετάβαση. Συγχρόνως, προσπαθήσαμε ο θεατής να έχει και την συνολική αντίληψη της αίθουσας, των ορίων της. Αυτά τα πανέλα είναι μεγάλα, ψηλά μέχρι την οροφή.

«Υπάρχουν σημεία, όπως κινείσαι, όπου βλέπεις μέρος της πόλης, κι άλλα όπου βλέπεις μέρος της έκθεσης. Άρα, υπάρχει αυτός ο διάλογος μεταξύ αυτού που συμβαίνει μέσα και αυτού που συμβαίνει έξω».
Ιφιγένεια Μάρη, αρχιτέκτονας

Πάνω τους τοποθετήσαμε στο κέντρο της αίθουσας τους μεγάλους πίνακες [σ.σ. σαν την «Προσωπογραφία της Κλεμάνς Σερπιέρη» (1869), έργο του Νικηφόρου Λύτρα που λόγω όγκου δεν είχε ποτέ πριν εκτεθεί] και γύρω-γύρω μικρότερους συναφείς πίνακες δημιουργώντας διακριτές θεματικές νησίδες. Έτσι, αυτή η κίνηση του βλέμματος, που είπαμε, γίνεται από μεγάλη νησίδα, σε μεγάλη νησίδα, και πάει λέγοντας. Επίσης, σ’ αυτές τις αίθουσες με τα σταθερά πανό υπάρχουν ψευδοροφές με φώτα, όσο το δυνατόν κρυμμένα, οι οποίες δουλεύουν σαν μηχανές φωτισμού. Είναι ουσιαστικά οροφές διαφώτισης με μεγάλη δυνατότητα ρύθμισης. 

Εκμεταλλευτήκατε και το περιβόητο φυσικό φως της Αττικής;

Γ.Π.: Ναι, ναι, είναι συνδυασμός, δεν στηριζόμαστε μόνο στον τεχνητό φωτισμό.

I.Μ.: Και σε σχέση με την κίνηση του βλέμματος, που αναφέραμε… Υπάρχουν σημεία, όπως κινείσαι, όπου βλέπεις μέρος της πόλης, κι άλλα όπου βλέπεις μέρος της έκθεσης. Άρα, υπάρχει αυτός ο διάλογος μεταξύ αυτού που συμβαίνει μέσα και αυτού που συμβαίνει έξω. Μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο έργο ως έκθεμα και στην πόλη ως έκθεμα.

Γ.Π: Το επιδιώξαμε αυτό πάρα πολύ έντονα. Γιατί καταλαβαίνετε, ότι αυτοί θέλανε τοίχους, τοίχους, όσο περισσότερους τοίχους γίνεται για να κρεμάνε έργα. Αλλά, τελικά, έχει μεγάλη σημασία να παρεμβάλλεται και η πόλη. 

Υπήρξε κάποια ιδιαίτερη σχεδίαση για τον καινούριο τρίτο όροφο;

Γ.Π.: Στον τρίτο όροφο, όπου είναι τα σύγχρονα έργα και είναι εναλλασσόμενο πρόγραμμα, έχουμε άλλον σχεδιασμό χώρου. Εκεί, μια ψευδοροφή έχει την δυνατότητα και να δουλέψει σαν μηχανή φωτισμού, αλλά συγχρόνως μπορείς και να αναρτήσεις πράματα, και να αλλάξεις την θέση των πανό, και να φτιάξεις συνθήκες για προβολή…

Ι.Μ.: Είναι πιο ευέλικτο, δηλαδή, το τμήμα που αφορά την σύγχρονη τέχνη.

Γ.Π.: Το ίδιο ακριβώς ευέλικτο σύστημα –που, όμως, δεν είναι ακόμα ορατό– υπάρχει και στο γ’ υπόγειο, όπου θα είναι η μεγάλη αίθουσα των περιοδικών εκθέσεων. 

Ι.Μ.: Είναι μια τεράστια αίθουσα, η οποία, όμως, ακόμα είναι κλειστή. Δεν έχει παραδοθεί. 

Τι άλλο εκκρεμεί;

Γ.Π.: Εκτός από την μεγάλη κάτω αίθουσα των περιοδικών εκθέσεων, είναι και ορισμένα τμήματα, όπως η πρόσβαση στα δύο καφέ. Επίσης, δεν έχει μπει ακόμα η μεγάλη ψηφιακή οθόνη στην όψη του κτιρίου, δεν έχει ολοκληρωθεί η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, υπάρχουν εκκρεμότητες. Αυτά είναι όλα αποτέλεσμα αυτής της ιστορίας, που λέγαμε πριν, με τις αυτόνομες αναθέσεις, τις υπεργολαβίες… Και κάπου εμπλέκεται και ο κορονοϊός, αλλά είναι μάλλον δευτερεύον θέμα. 

Αλήθεια, ισχύει ότι κατά την τετραετία της προηγούμενης διακυβέρνησης δεν έγινε τίποτα όσον αφορά το έργο; Όπως το έθεσε η υπουργός Πολιτισμού, «το εργοτάξιο σχόλαζε»;

Γ.Π: Σε σχέση με την επιτάχυνση που πήρε τώρα, θα μπορούσε να πει κανείς, όχι ότι δεν έγινε τίποτα, απλώς ότι το έργο δεν ήταν στο μάτι του κυκλώνα. Υπήρχαν καθυστερήσεις… Δεν θα έλεγα ότι δεν έγινε τίποτα, προχωρούσε το έργο, αλλά πολύ αργά.

Και τώρα, καθυστερήσεις στην τροφοδοσία υλικών εξαιτίας της πανδημίας υπήρξαν; 

Γ.Π.: Ναι, υπήρχε αυτό. Αλλά δεν νομίζω ότι ήταν εκεί οι πραγματικές καθυστερήσεις. Αλλά δεν θα σας πω πού ήταν… (γέλια). Άλλη ερώτηση.

Ιφιγένεια Μάρη, Κριστίν Λονγκεπέ και Γιώργος Παρμενίδης στον τρίτο όροφο του κτιρίου, εκεί που θα πραγματοποιούνται οι παροδικές εκθέσεις της Πινακοθήκης. (Φωτογραφία: Φραντσέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson)

Ιφιγένεια Μάρη, Κριστίν Λονγκεπέ και Γιώργος Παρμενίδης στον τρίτο όροφο του κτιρίου, εκεί που θα πραγματοποιούνται οι παροδικές εκθέσεις της Πινακοθήκης. (Φωτογραφία: Φραντσέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson)

Η είσοδος της Εθνικής Πινακοθήκης.

Η είσοδος της Εθνικής Πινακοθήκης.

Η εντυπωσιακή θέα από το καφέ του τρίτου ορόφου.

Η εντυπωσιακή θέα από το καφέ του τρίτου ορόφου.

Από την πρόσφατη έκθεση με αφορμή τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Το αγαλματίδιο είναι ο Γεώργιος Καραΐσκάκης.

Από την πρόσφατη έκθεση με αφορμή τα 200 χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Το αγαλματίδιο είναι ο Γεώργιος Καραΐσκάκης.

Αποσπάσματα της πόλης είναι ορατά από τους εκθεσιακούς χώρους: υπάρχει αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στο έργο ως έκθεμα και στην πόλη ως έκθεμα. 
Οι υλικότητες στους χώρους των εκθέσεων και στον  χώρο της εισόδου (ξύλινες κατασκευές χωρίς έντονα νερά του ξύλου και ματ επεξεργασία μαρμάρου στο δάπεδο, γκρι εκθεσιακοί τοίχοι για να μειωθεί η ανάκλαση του φωτός) είναι υποτονισμένες προκειμένου να αναδειχθούν τα έργα τέχνης.
Ανάμεσα στους χώρους έκθεσης μεσολαβούν ζώνες που αντιστοιχούν στους κόμβους κυκλοφορίας, και επενδύονται με ξυλεπενδύσεις προκειμένου να προσανατολίσουν τον επισκέπτη στους χώρους πρόσβασης αλλά και να διαιρέσουν τον χώρο σε επιμέρους τμήματα.
Στους χώρους των μόνιμων εκθέσεων μεγάλα εκθεσιακά πανό τοποθετούνται με διαγώνιες χαράξεις μέχρι την οροφή προκειμένου να αναδείξουν ένα σημαντικό μεγάλο έκθεμα και γύρω από αυτό τοποθετούνται μικρότεροι πίνακες με την ίδια θεματική: δημιουργούνται έτσι διακριτές νησίδες ενώ το βλέμμα δεν διακόπτεται.
Οι ψευδοροφές λειτουργούν ως μηχανισμοί στήριξης και φωτισμού των εκθεσιακών πανέλων, στη μόνιμη έκθεση των συλλογών.

Οι εξωτερικοί χώροι

Ωραία, να μιλήσουμε για τους μη εκθεσιακούς χώρους; 

Γ.Π.: Κοιτάξτε, οι εκθεσιακοί χώροι είναι, ας πούμε, οι άσπροι χώροι, οι «καθαροί». Ενώ οι υπόλοιποι χώροι είναι, ως επί το πλείστον, με ξυλεπενδύσεις για να σημαίνεται αυτή η διαφορά. Υπάρχει μια διαφοροποίηση ως προς την διαχείρισή τους, οι μη εκθεσιακοί χώροι έχουν έπιπλα, πάγκους πωλητηρίου… Οπότε, όλο μαζί είναι μια περιπέτεια ξυλεπενδύσεων! Συγχρόνως, είναι και θέμα σήμανσης. Δηλαδή, όταν κινείσαι μέσα στους εκθεσιακούς χώρους βλέπεις τους κόμβους κίνησης ως καφέ χρώμα, και πηγαίνεις. 

Ι.Μ.: Κι αυτό, σου δίνει και έναν ρυθμό. Συν το ότι, σε αυτούς τους χώρους υπάρχουν και βιτρίνες για χαρακτικά ή παρόμοια έργα, τα οποία θέλουν περισσότερο μια λογική επίπλου για να εκτεθούν. Επίσης, υπάρχουν και οι ψηφιακές οθόνες που δίνουν πληροφορίες για το εκθεσιακό υλικό που θα δεις μετά. Κατά κάποιο τρόπο, έτσι διαιρείται ο χώρος. 

Δίνεται, δηλαδή, μια ασυνείδητη αίσθηση οργάνωσης του χώρου;

Ι.Μ.: Ναι, ναι. Και προσανατολισμού, βέβαια.  

Σε σχέση με τον αρχικό σας σχεδιασμό πόσο ξεφύγατε, συμβιβαστήκατε, αλλάξατε;

Γ.Π.: Όχι σε μεγάλο βαθμό. Έτσι κι αλλιώς, δουλεύουμε παραμετρικά. Δεν εννοώ τόσο ψηφιακά, όσο ότι έχουμε παραμετροποιήσει τις ιδέες μας και μπορούμε να έχουμε μια ευελιξία, εάν αντιμετωπίσουμε προβλήματα. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, έχουμε φύγει ελάχιστα από αυτό που είχαμε σχεδιάσει. Συγκρίνοντας τρισδιάστατες εικόνες του τότε με αυτό που έχουμε φτιάξει τώρα, η διαφορά είναι τίποτα. 

Ι.Μ.: Είμαστε πολύ κοντά. Υπάρχουν μικροδιαφορές –σε υλικά, κουφώματα, στην επιλογή βιομηχανοποιημένων προϊόντων σε σχέση με αυτά που είχαμε σχεδιάσει–, αλλά όχι σε βαθμό που να μπορούν να ανατρέψουν την αρχική πρόθεση. Μικρές αποκλίσεις, η αρχική λογική έχει κρατηθεί. 

Η «Λαϊκή Αγορά» του Παναγιώτη Τέτση στο φουαγιέ της Εθνικής Πινακοθήκης.

Η «Λαϊκή Αγορά» του Παναγιώτη Τέτση στο φουαγιέ της Εθνικής Πινακοθήκης.

O Τέτσης στο φουαγιέ 

Να πούμε και μερικά πράγματα για το φουαγιέ; 

Ι.Μ.: Είναι ο βασικός χώρος πρόσβασης. Παρ’ ότι το κτίριο, όταν μπαίνεις, έχει μια συμμετρία, έχουμε επιλέξει να οργανώσουμε έναν διαγώνιο άξονα προκειμένου να αφήσουμε το βλέμμα να κινηθεί μέσα στον χώρο. Πρωταγωνιστεί ο πίνακας του Τέτση, ο οποίος είναι τεράστιος [σ.σ. 12,15 x 2,49μ.] κι έχει διαγώνια τοποθέτηση. Οπότε όταν μπαίνεις, τον βλέπεις πάρα πολύ καθαρά, είναι σαν να έρχεται ο πίνακας κατά πάνω σου… Πράγμα που δεν θα μπορούσε να γίνει με έναν ορθοκανονικό κάνναβο.

«Η πρόταση για την αρχιτεκτονική οργάνωση του χώρου ήταν δική μας. Αλλά το ότι θα είναι τελικά ο Τέτσης προέκυψε μέσα από συνεργασία με την διεύθυνση της πινακοθήκης. Οπωσδήποτε η κα. Πλάκα είχε καθοριστική συμβολή στην υλοποίηση του όλου έργου».
Christine Longuepee, αρχιτέκτονας

Κάτω έχει λευκό μάρμαρο, αυτό που προϋπήρχε. Ενώ όλο το υπόλοιπο, οι περιμετρικοί τοίχοι, το πωλητήριο, το ταμείο, το βεστιάριο είναι σαν ξύλινα αντικείμενα που, με βάση αυτήν την διαγώνια χάραξη, τοποθετούνται μέσα στον χώρο ελεύθερα. Συγχρόνως, έτσι όπως είναι τοποθετημένα τα πράματα μέσα στο φουαγιέ, πάλι είναι ταυτόχρονα πρωταγωνιστής και ο χώρος αλλά και η πόλη. Γιατί σε κάθε διαγώνια χάραξη βλέπεις αποσπάσματα της πόλης. 

Γ.Π.: Με την τοποθέτηση του Τέτση, με αυτή την κίνηση που δώσαμε, με αυτή την αντίληψη των ξύλινων αντικειμένων κι επιφανειών, ο χώρος έχει οργανωθεί πολύ εμβληματικά για πινακοθήκη. Είναι ειδικά για την Πινακοθήκη της Ελλάδας. Θέλω να πω, είναι πολύ συγκεκριμένοι οι όροι. Αλλιώς, θα ήταν κάτι σαν ένας μικρός χώρος υποδοχής, ένα παζάρι, ένα κατάστημα… Έχει αλλάξει ο χαρακτήρας, έχει γίνει μνημειώδης ο χώρος. 

Ι.Μ.: Αυτή η επιλογή, το να σχεδιάσεις τον χώρο βάζοντας σαν άξονα, σαν προϋπόθεση ότι θα έχω αυτό το τεράστιο έργο με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ήταν βασικό δεδομένο για τον σχεδιασμό μας. Από την στιγμή που αποφασίστηκε, όλος ο σχεδιασμός έγινε με βάση αυτήν την προϋπόθεση.

Ποιου πρόταση ήταν η τοποθέτηση του πίνακα του Τέτση;

Γ.Π.: Όλοι μαζί το κάναμε. Η πρόταση για την αρχιτεκτονική οργάνωση του χώρου ήταν δική μας. Αλλά το ότι θα είναι τελικά ο Τέτσης προέκυψε μέσα από συνεργασία με την διεύθυνση της πινακοθήκης. Οπωσδήποτε η κα. Πλάκα είχε καθοριστική συμβολή στην υλοποίηση του όλου έργου.

Ι.Μ.: Στην Ελλάδα, τελικά, κάπως έτσι γίνονται τα πράγματα... Θέλει να είναι κανείς πολύ αποφασισμένος για να γίνει κάτι. Τώρα στο τέλος, ας πούμε, όλα έγιναν σε ελάχιστο διάστημα για να πάρει μορφή αυτό το πράμα. 

Γ.Π.: Και ήμασταν κι εμείς αποφασισμένοι να βγάλουμε το έργο. Δεν υπολογίσαμε τις δυσκολίες, τις προσβολές, τις οικονομικές ανέχειες…

Τα 10 αριστουργήματα που βγαίνουν από τα άδυτα της Πινακοθήκης

Πίνακες-«διαμάντια» που αξίζει να αναζητήσει κανείς.


Νικηφόρος Λύτρας, Αντιγόνη και Πολυνείκης 
(λάδι σε μουσαμά, 1865)



Κωνσταντίνος Βολανάκης, Το λιμάνι του Βόλου τη νύχτα 
(λάδι σε μουσαμά)



Όθων Περβολαράκης, 
Παπαρούνες 
(τέμπερα σε χαρτί, 1918)



Γιάννης Μόραλης,  Προσωπογραφία Ιωάννας Ν. Λούρου 
(λάδι σε μουσαμά, π.1940)



Γιώργος Βακιρτζής, 
Η Σχολή των Αθηνών Νο2 
(ακρυλικό σε μουσαμά, 1974)



Δημήτρης Μυταράς, 
Προσωπογραφία Ν. Λούρου 
(ακρυλικό σε μουσαμά, 1975)



Νίκος Κεσσανλής,
Ερωτικό 
(μικτή τεχνική, 1981)



Εδουάρδος Σακαγιάν, 
Η μητέρα μου 
(λάδι σε μουσαμά, 1985)



Μαριλίτσα Βλαχάκη, 
Θημωνιά
(λάδι και κομμάτι σκοινί σε μουσαμά, 1990-1991) 

Γιώργος Ρόρρης, 
Άνδρας σε εσωτερικό (λάδι σε μουσαμά, 1998)

Quick Info

Χρονολογίες, πρόσωπα και αριθμοί για την Εθνική Πινακοθήκη.

Νόμος του 1834 και βασιλικό διάταγμα του 1897 έκαναν λόγο για δημιουργία πινακοθήκης (ή κάτι παρεμφερούς), μα δεν υλοποιήθηκαν ποτέ.
Τυπικά, η ίδρυση της Εθνικής Πινακοθήκης ανάγεται σε νόμο της 10ης Απριλίου 1900. «Κεφάλαιο» εκκίνησης, 258 έργα από τις συλλογές Πολυτεχνείου και Πανεπιστημίου Αθηνών. Πρώτος διευθυντής, ο ζωγράφος, Γεώργιος Ιακωβίδης.
Άλλα 107 έργα προστίθενται στις συλλογές του νεότευκτου ιδρύματος το 1901 χάρη στο κληροδότημα του εκλιπόντος νομικού, Αλέξανδρου Σούτζου.
Το 1954, πινακοθήκη και κληροδότημα συνενώνονται δια νόμου, δυο χρόνια αργότερα προκηρύσσεται διαγωνισμός για την ανέγερση κτιρίου, αλλά η«μάχη» για την θέση του οικοπέδου κρατάει κοντά δεκαετία.
Τα εγκαίνια του πρώτου (του μπροστινού) κτιρίου γίνονται το 1968. Το 1976 ακολουθεί το δεύτερο.
Η συντριπτική πλειονότητα των έργων της Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου είναι Eλλήνων καλλιτεχνών του 19ου και 20ου αιώνα.
Με διαφορά, η μεγαλύτερη επιτυχία στην ιστορία του ιδρύματος ήταν η έκθεση «Από τον Θεοτοκόπουλο στον Σεζάν» (10 Δεκεμβρίου 1992 – 11Απριλίου 1993). Προσέλκυσε πάνω από 600.000 επισκέπτες.
Η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα κατέχει την θέση αυτή από το 1992.
Το κόστος της επέκτασης και ανακαίνισης του κτιριακού συγκροτήματος ήταν λίγο πάνω από 59 εκατομμύρια ευρώ. Τα 42, από δημόσια χρηματοδότηση (βλέπε ΕΣΠΑ).
Καθώς το παλιό κτίριο έχει από το 1998 κηρυχτεί μνημείο νεότερης πολιτιστικής κληρονομιάς, οι όποιες επεμβάσεις όφειλαν να είναισχετικά light και αναστρέψιμες.

Επιμέλεια Αφιερώματος: Αντώνης Ντινιακός & Σταύρος Διοσκουρίδης
Κείμενο-συνέντευξη: Τατιάνα Καποδίστρια
Creative Direction: Γιάννης Σαρλής
Μοντάζ: Μπόρις Άντσεφ