Γιατί έχουν σημασία
οι εκλογές
στο Κίνημα Αλλαγής
Δύο ερωτήσεις που απέχουν χρονικά 40 χρόνια. Η πρώτη: Τι έγινε στις 18 Οκτωβρίου 1981; Και η δεύτερη: Τι θα γίνει στις 5 Δεκεμβρίου 2021;
Και όμως. Αν τεθούν σήμερα σε μια δημοσκόπηση αυτές οι δύο ερωτήσεις είναι βέβαιο ότι οι περισσότεροι δεν θα γνωρίζουν την απάντηση στη δεύτερη, που αφορά το παρόν (εκλογές για την ανάδειξη αρχηγού στο Κίνημα Αλλαγής).
Αντίθετα, πολλοί θα απαντήσουν στην πρώτη, που αφορά το μακρινό παρελθόν: στις 18 Οκτωβρίου 1981 το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου πετυχαίνει την πρώτη μεγάλη εκλογική νίκη του και σχηματίζει κυβέρνηση.
Παρελθόν ένδοξο. Όνομα βαρύ.
Του φτάνουν;
Του Γιώργου Καρελιά
Το ΠΑΣΟΚ έχει ένδοξο παρελθόν
Ιδρύθηκε στις 3 του Σεπτέμβρη του 1974 και η άνοδός του ήταν εκρηκτική. Μέσα σε τρία χρόνια έγινε το κυρίαρχο κόμμα της αντιπολίτευσης, υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό του στις εκλογές του 1977. Χρειάστηκε άλλα τέσσερα χρόνια για να φτάσει στην ημερομηνία-ορόσημο της Μεταπολίτευσης.
Στις 18 Οκτωβρίου 1981 ο πολιτικός χάρτης της Ελλάδας αλλάζει. Για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας, ένα κόμμα που έχει στον τίτλο του τη λέξη «σοσιαλιστικό» και με διακηρύξεις πρωτόγνωρες αποσπά το 48% των ψηφοφόρων. Εκτοτε παραμένει το κυρίαρχο κόμμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ακόμα και όταν έχασε τον ιδρυτή του, δεν έχασε τη δυναμική του.
Ο διάδοχός του Κώστας Σημίτης κυβερνά μια πλήρη οκταετία. Μετά το θρίαμβο του 1981, το ΠΑΣΟΚ νικάει σε άλλες πέντε εκλογικές αναμετρήσεις (1985, 1993, 1996, 2000, 2009). Ακόμα και στις ήττες του(1989, 1990, 2004, 2007) το ποσοστό του ήταν κοντά στο 40%.
Όλα αυτά ανατράπηκαν το 2009, όταν το υπό τον Γιώργο Παπανδρέου ΠΑΣΟΚ φορτώθηκε την(άτυπη) χρεοκοπία και σχεδόν χρεοκόπησε και το ίδιο. Στις εκλογές του 2012 δεν ήταν κάν αξιωματική αντιπολίτευση(έγινε ο ΣΥΡΙΖΑ). Η συμμετοχή του στην κυβέρνηση Σαμαρά αποτέλεσε τη χαριστική βολή.
Στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε την πρώτη εκλογική νίκη του, το υπό τον Ευάγγελο Βενιζέλο ΠΑΣΟΚ κινδύνεψε να εξαφανιστεί και κοινοβουλευτικά (4,68%). Αλλαξε όνομα(Δημοκρατική Συμπαράταξη) και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ανέβασε λίγο το ποσοστό του(6,28%), υπό τη νέα αρχηγό Φώφη Γεννηματά. Τον Ιούλιο του 2019,με νέο και πάλι όνομα (Κίνημα Αλλαγής) είχε νέα μικρή άνοδο, αλλά πάντα σε μονοψήφιο ποσοστό (8,10%).
Το ΠΑΣΟΚ είναι «βαρύ» όνομα
Η εγκατάλειψη του ονόματος ΠΑΣΟΚ ήταν υποχρεωτική (λόγω χρεών). Αλλά ο πάλαι ποτέ ισχυρός αυτός πολιτικός χώρος πάντα στο όνομα αυτό «άκουγε».
Και ήταν αυτό, μαζί με το ένδοξο παρελθόν που κουβαλάει, το οποίο τον κράτησε ζωντανό.
Φτάνουν το παρελθόν και το όνομα;
Ο αιφνίδιος θάνατος της Φώφης Γεννηματά και η τροπή που πήρε το θέμα της εκλογής νέου αρχηγού με την υποψηφιότητα του Γιώργου Παπανδρέου, έχουν αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον γι’ αυτόν τον πολιτικό χώρο. Αρκούν, όμως, για να του προσδώσουν έστω λίγη από την παλιά του αίγλη και να το καταστήσουν ξανά υπολογίσιμο παίκτη στην πολιτική σκηνή;
Η πρώτη απάντηση θα δοθεί στις 5 Δεκεμβρίου, στον πρώτο γύρο της εκλογικής διαδικασίας. Αν η συμμετοχή είναι μεγάλη (η σύγκριση θα γίνει με τις εκλογές του 2017, όταν ψήφισαν 200 και πλέον χιλιάδες μέλη και φίλοι του), τότε το ενδιαφέρον θα αναζωπυρωθεί κι άλλο.
Η δεύτερη απάντηση θα δοθεί στις 12 Δεκεμβρίου, όταν θα εκλεγεί(πιθανότατα) ο νέος αρχηγός. Ανεξαρτήτως των προεκλογικών διακηρύξεων, ο νέος αρχηγός θα έχει μπροστά του δύο στοιχήματα. Πρώτον, να καταφέρει να «ξεκολλήσει» το ποσοστό του κόμματος από τα μονοψήφια ποσοστά. Και, δεύτερον, να αποφασίσει αν θα συμμετάσχει σε κυβέρνηση και με ποιον συνεταίρο, στην περίπτωση που στις επικείμενες εκλογές δεν υπάρξει αυτοδυναμία.
Αυτονοήτως, λοιπόν, οι εσωκομματικές εκλογές του Δεκεμβρίου αποκτούν μεγάλη σημασία και για το ΚΙΝΑΛ και για την πολιτική ζωή γενικότερα εν όψει των επόμενων εθνικών εκλογών.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ το 1974. Πρώτη φορά εκλέχθηκε πρωθυπουργός το 1981. Ανανέωσε τη θητεία του, το 1989.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ το 1974. Πρώτη φορά εκλέχθηκε πρωθυπουργός το 1981. Ανανέωσε τη θητεία του, το 1989.
Το 1989 το ΠΑΣΟΚ έχασε τις εκλογές. Μέχρι το 1993 όπου ο Ανδρέας Παπανδρέου εκλέχθηκε για 3η φορά πρωθυπουργός.
Το 1989 το ΠΑΣΟΚ έχασε τις εκλογές. Μέχρι το 1993 όπου ο Ανδρέας Παπανδρέου εκλέχθηκε για 3η φορά πρωθυπουργός.
O Κώστας Σημίτης διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία και στην αρχηγία του κόμματος τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ήταν στο Μέγαο Μαξίμου από το 1996 έως το 2004 όπου παρέδωσε την αρχηγία του κόμματος στον Γιώργο Παπανδρέου. Ο τελευταίος έγινε πρωθυπουργός του 2009.
O Κώστας Σημίτης διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία και στην αρχηγία του κόμματος τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ήταν στο Μέγαο Μαξίμου από το 1996 έως το 2004 όπου παρέδωσε την αρχηγία του κόμματος στον Γιώργο Παπανδρέου. Ο τελευταίος έγινε πρωθυπουργός του 2009.
Κατά τη διάρκεια των μνημονίων, ο Γ. Παπανδρέου παραιτείται από πρωθυπουργός και από αρχηγός του ΠΑΣΟΚ. Στο κόμμα τη θέση του παίρνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Τα τραγικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, το 2015, θα οδηγήσουν στην παραίτηση και τον τελευταίο.
Κατά τη διάρκεια των μνημονίων, ο Γ. Παπανδρέου παραιτείται από πρωθυπουργός και από αρχηγός του ΠΑΣΟΚ. Στο κόμμα τη θέση του παίρνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Τα τραγικά ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, το 2015, θα οδηγήσουν στην παραίτηση και τον τελευταίο.
Η Φώγη Γεννηματά θα παραμείνει πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ από το 2015 μέχρι το 2021 και το θάνατό τής.
Η Φώγη Γεννηματά θα παραμείνει πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ από το 2015 μέχρι το 2021 και το θάνατό τής.
Στις 18 Οκτωβρίου 1981 ο πολιτικός χάρτης της Ελλάδας αλλάζει.
Για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας, ένα κόμμα που έχει στον τίτλο του τη λέξη «σοσιαλιστικό» αποσπά το 48% των ψηφοφόρων.
Εκτοτε, και μέχρι το 2012 ήταν το κυρίαρχο κόμμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Οι εκλογές για την ανάδειξη της νέας ηγεσίας του Κινήματος Αλλαγής, αφορούν το μέλλον της τρίτης κοινοβουλευτικής δύναμης στην χώρα. Επίσης ενός κόμματος που ως πολιτική συνέχεια του ΠΑΣΟΚ αποτελεί έναν χώρο που επέδρασε καταλυτικά στην χώρα τα τελευταία 40 χρόνια.
Είναι λοιπόν ένα πολιτικό γεγονός με αυτοτελή αξία. Επίσης η επιλογή της ανάδειξης του νέου πρόεδρου του ΚΙΝ.ΑΛ από την βάση με καθολική ψηφοφορία καθιστά τις εκλογές αυτές μία ανοιχτή κοινωνική διεργασία.
Όμως οι εξελίξεις στο Κίνημα Αλλαγής, δεν αφορούν αποκλειστικά τα στελέχη, τα μέλη και τους ψηφοφόρους του. Αντιθέτως φαίνεται να προσελκύουν την προσοχή όλων των πολιτικών δυνάμεων και ιδίως της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως άλλωστε έχουν παραδεχθεί οι εκπρόσωποι και των δύο κομμάτων.
Γιατί το ΚΙΝ.ΑΛ
είναι καταλύτης του πολιτικού σκηνικού;
Του Γεράσιμου Λιβιτσάνου
Ο χώρος του κέντρου
Ο πρώτος λόγος που οι εκλογές στο Κίνημα Αλλαγής έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για τα μελλούμενα είναι η «γεωγραφική θέση» που έχει στον πολιτικό χάρτη: Βρίσκεται στο κέντρο. Δηλαδή στο σημείο αναφοράς των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων που στοχεύουν άμεσα στην διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας.
Μπορεί ο χώρος του «πολιτικού κέντρου» να έχει ασαφή χαρακτηριστικά και να μην μπορεί να προσδιοριστεί με το υποδεκάμετρο. Είναι όμως ένας χώρος με σημαντική πολιτική κινητικότητα και μεταβλητότητα, ενώ σε αυτόν περιλαμβάνεται ένα μεγάλο μέρος των λεγόμενων «αναποφάσιστων» ψηφοφόρων. Έτσι λοιπόν το αν στο χώρο του κέντρου θα υπάρχει η όχι ένας συμπαγής, σταθερός και δυναμικά εξελισσόμενος πολιτικός φορέας αυτό καθορίζει την «στατικότητα» όλου του πολιτικού συστήματος.
Επί Βαγγέλη Βενιζέλου το ΠΑΣΟΚ έφτασε στο ιστορικό του χαμηλό που ήταν το 4,8%, το 2015. Με τη Φώφη Γεννηματά το ΚΙΝ. ΑΛ πια έφτασε το 8,1%.
Επί Βαγγέλη Βενιζέλου το ΠΑΣΟΚ έφτασε στο ιστορικό του χαμηλό που ήταν το 4,8%, το 2015. Με τη Φώφη Γεννηματά το ΚΙΝ. ΑΛ πια έφτασε το 8,1%.
Εξίσου καθοριστικό για τα παραπάνω είναι και το «μέγεθος» του βασικού φορέα του κέντρου. Το Κίνημα Αλλαγής μετά την απώλεια της θέσης του ΠΑΣΟΚ στον «δικομματικό πυλώνα» είναι ένα κόμμα που κινείται με «εκλογικό χαμηλό» το 4,6% που έλαβε στις πρώτες εκλογές του 2015 και του 8,1% που είχε στις εκλογές του 2019. Το αν θα παραμείνει σε αυτό το τελευταίο ποσοστό, θα μικρύνει ή θα αυξηθεί θα καθορίσει εν πολλοίς την ισχύ και τον δύο μεγαλύτερων κομμάτων. Ιδίως αν αναλογιστούμε ότι τα εκλογικά μεγέθη που ευθέως η πλαγίως υπόσχονται οι υποψήφιοι για την προεδρία του φθάνουν ή και ξεπερνούν το 20%.
Η σημασία του μεγέθους του πολιτικού κέντρου έχει και θεσμική αποτύπωση: Την κοινοβουλευτική του δύναμη. Ήδη το Κίνημα Αλλαγής με τους 22 βουλευτές που διαθέτει μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι μέχρι και την διαγραφή του Κ. Μπογδάνου το άθροισμα των βουελυτών της Ν.Δ (158) και του ΚΙΝ.ΑΛ (22) άθροιζαν τον μαγικό αριθμό 180, που αντιστοιχεί στα 3/5 του κοινοβουλίου και αποτελεί συνταγματική απαίτηση για σειρά σημαντικών αποφάσεων.
Επειδή όμως εκτός από τα «πολιτικά μεγέθη» υπάρχουν και οι «πολιτικές ποιότητες», πολλοί είναι αυτοί που αναδεικνύουν και μια ιδεολογική πλευρά της υπόθεσης. Αυτή σχετίζεται με το ότι το ΚΙΝ.ΑΛ αποτελεί το επίσημο φορά της σοσιαλδημοκρατίας στην Ελλάδα. Δηλαδή τον εκπρόσωπο ενός παγκόσμιου όσο και ιστορικού πολιτικού ρεύματος, που βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση τις τελευταίες δεκαετίες και πάντα σχετίζονταν με το πολιτικό κέντρο. Η νέα ηγεσία του ΚΙΝ.ΑΛ θα κληθεί να δώσει τις δικές της απαντήσεις στο ποια θα είναι εφεξής η φυσιογνωμία της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.
Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΚΙΝ.ΑΛ, την ημέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατος της Φώφης Γεννηματά.
Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΚΙΝ.ΑΛ, την ημέρα που ανακοινώθηκε ο θάνατος της Φώφης Γεννηματά.
Το κόμμα που μπορεί να δημιουργεί «ρεύματα»
Εκτός από τις ισορροπίες του πολιτικού σκηνικού το Κίνημα Αλλαγής θεωρείται ότι αποτελεί την πολιτική δύναμη που σε σημαντικό βαθμό μπορεί να καθορίσει και την ροπή του. Έχει δηλαδή την δυνατότητα με την στάση του και την αξιοποίηση της προαναφερθείσας πολιτικής γεωγραφίας να διαμορφώνει αυτό αποκαλούμε «πολιτικό κλίμα».
Ενδεικτική είναι η λειτουργική του στα δύο χρόνια που κυβερνά η Νέα Δημοκρατία. Η στάση π.χ. που θα τηρήσει το Κίνημα Αλλαγής σε ένα πολιτικό ζήτημα ή σε μία σημαντική ψηφοφορία ορίζει το αν η κυβέρνηση βρίσκεται να ειναι πολιτικά απομονωμένη.
Χαρακτηριστική είναι π.χ. η απόφαση του Κινήματος Αλλαγής να ψηφίσει τον Ιούλιο του 2020 το νομοσχέδιο για περιορισμό των διαδηλώσεων. Παρότι επρόκειτο για ένα νομοθέτημα που συγκέντρωσε την έντονη αντίθεση των κομμάτων της αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΜέΡΑ25) η κυβέρνηση διατύπωνε συνεχώς το επιχείρημα ότι αποτελεί κοινωνική απαίτηση με αντίστοιχη πολιτική νομιμοποίηση. Παρουσιάζοντας ως τεκμήριο της ευρύτερη κοινοβουλευτική αποδοχή του με την ψήφο του ΚΙΝ.ΑΛ. Πράγμα το οποίο δεν μπόρεσε αντίστοιχα να στηρίξει η κυβέρνηση όταν τον Φεβρουάριο του 2021 το Κίνημα Αλλαγής καταψήφισε το νομοσχέδιο για την παρουσία της ΕΛ.ΑΣ στα Πανεπιστήμια. Παρά το ότι το νομοθέτημα δεν ψηφίστηκε μόνον από την Ν.Δ αλλά και από ένα ακόμη κόμμα, την Ελληνική Λύση.
Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι πολλάκις ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός έχει ασκήσει δημόσια, ενίοτε και από το βήμα της Βουλής πιέσεις στο Κίνημα Αλλαγής.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα από το πρόσφατο παρελθόν είναι η περίοδος 2018-2019. Τότε που δημοσκόποι και εκλογολόγοι εκτιμούσαν ότι στην κοινωνία υπήρχε ένα «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» κλίμα, κάτι που επιβεβαιώθηκε στις εκλογές της 7ης Ιουλίου του 2019. Στην κοινωνικο-πολιτική αυτή διεργασία θεωρείται ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε η στάση του Κινήματος Αλλαγής. Η ένταση που είχε η αντικυβερνητική ρητορική του εκείνη την περίοδο. Έτσι ώστε μαζί με την αντιπολίτευση που ασκούσε η ΝΔ να δομηθεί το λεγόμενο «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μέτωπο.
Μόνον τυχαίο δεν είναι ότι πολλάκις ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός έχει ασκήσει δημόσια, ενίοτε και από το βήμα της Βουλής πιέσεις στο Κίνημα Αλλαγής για την στάση που τηρεί απέναντι σε πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης. Ούτε βέβαια και η ξεκάθαρη πολιτική «πίεση» που ασκεί σήμερα ο Αλέξης Τσίπρας στο χώρο του ΚΙΝ.ΑΛ με την πρόταση του για την «προοδευτική διακυβέρνηση» με συγκεκριμένα προγραμματικά προαπαιτούμενα.
Νίκος Ανδρουλάκης και Ανδρέας Λοβέρδος προηγούνται στις δημοσκοπήσεις χωρίς να έχουν ξεκαθαρίσει αν το κόμμα θα πάει προς τα δεξιά ή τ' αριστερά.
Νίκος Ανδρουλάκης και Ανδρέας Λοβέρδος προηγούνται στις δημοσκοπήσεις χωρίς να έχουν ξεκαθαρίσει αν το κόμμα θα πάει προς τα δεξιά ή τ' αριστερά.
Τα εκλογικά σενάρια
Ο τρίτος –εξίσου σημαντικός- λόγος που οι εκλογές του Κινήματος Αλλαγής προσελκύυον τόση προσοχή είναι φυσικά τα μετεκλογικά σενάρια. Στην προοπτική του ότι οι επόμενη εκλογική αναμέτρηση, όποτε κι αν προκηρυχθούν εκλογές, θα γίνει με το σύστημα της απλής αναλογικής και με πλαφόν εισόδου στο κοινοβούλιο 3%. Πρόκειται για το νόμο για το εκλογικό σύστημα που ψηφίστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, το καλοκαίρι του 2016, τον οποίο θυμίζουμε καταψήφισε το Κίνημα Αλλαγής.
Στην τρέχουσα συγκυρία το ΚΙΝ.ΑΛ μοιάζει να είναι ο μόνος πολιτικός σχηματισμός, που δυνητικά θα μπορούσε να επιτύχει ένα ποσοστό το οποίο θα του επιτρέψει να συμβάλλει στην δημιουργία ενός κυβερνητικού σχήματος. Εφόσον, βέβαια, συνεργαστεί με έναν από τα δύο κόμματα του σύγχρονου διπολισμού. Επίσης αν εμπλακεί σε σενάρια συγκυβέρνησης με περισσότερους από έναν εταίρους.
Αυτόματα λοιπόν εκείνο που κρίνεται στις αναμετρήσεις της 5ης και 12ης Δεκεμβρίου είναι το αν η νέα ηγεσία του Κινήματος Αλλαγής θα δώσει στον χώρο τέτοια δυναμική, προκειμένου να μπορέσει να παίξει έναν τέτοιο ρόλο. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι η δημοσιογραφική ερώτηση «με ποιόν θα συνεργαστείτε μετεκλογικά» γίνεται με επιμονή σε όλους τους υποψήφιους, Όπως και το ότι κανείς από αυτούς δεν την απαντά με σαφήνεια.
Τα «εκλογικά μαθηματικά» λένε ότι για να σχηματιστεί αυτοδύναμη κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές θα απαιτηθεί ένα ποσοστό της τάξης του 48 ή 49%.
Αξίζει εδώ να επισημάνουμε ότι τα εκλογικά ποσοστά που απαιτούνται από το ΚΙΝ.ΑΛ για να έχει έναν τέτοιο ρόλο δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα. Ούτε και εύκολο να επιτευχθούν.
Τα «εκλογικά μαθηματικά» λένε ότι για να σχηματιστεί αυτοδύναμη κυβέρνηση στις επόμενες εκλογές θα απαιτηθεί ένα ποσοστό της τάξης του 48 ή 49%. Έτσι αν συνυπολογίσουμε ότι στις τελευταίες εκλογές η Ν.Δ πήρε 39,8% και ο ΣΥΡΙΖΑ 31,5% γίνεται σαφές πως τα κόμμα που θα είναι πρώτο στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτύχει ποσοστό που θα ξεπερνά το 40%. Εκτός φυσικά αν υπάρξουν δραματικές αλλαγές στους πολιτικούς συσχετισμούς. Αυτό σημαίνει αντίστοιχα ότι για να μπορεί να αποτελέσει κυβερνητικό εταίρο το Κίνημα Αλλαγής απαιτείται ένα ποσοστό αισθητά μεγαλύτερο, ακόμη και υπερδιπλάσιο του 8,1% που έλαβε στις εκλογές του 2019. Οι απαιτήσεις πάντως γίνονται μικρότερες αν μετά τις επόμενες εκλογές προκύψουν σενάρια κυβέρνησης τριών κομμάτων, η κυβέρνησης με ψήφο ανοχής.
Το αποτέλεσμα
Οι κάλπες που θα ανοίξουν την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου θα δώσουν σίγουρα πολλές απαντήσεις. Με βασική το ποια πρόσωπα θα διαχειριστούν τα επόμενα χρόνια τις τύχες του ΚΙΝ.ΑΛ. Επίσης ποιες αλλαγές θα επέλθουν στις λειτουργίες, τους συσχετισμούς, την δομή, την συνοχή ακόμη και το όνομα του κόμματος.
Παράλληλα όμως να ανοίξουν με σαφείς όρους μία νέα συζήτηση: Αυτή θα αφορά το ποιος μπορεί να είναι ο νέος ρόλος του Κινήματος Αλλαγής στο πολιτικό σκηνικό και ποιες αλλαγές θα δρομολογήσει.
To ΠΑΣΟΚ είναι πάλι εδώ
Του Δημητρη Τζιώτη
Η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, με κύρια γνωρίσματα την απουσία της μεγάλης εικόνας, την επιβολή της μικροπολιτικής, τον πολιτικό ετεροπροσδιορισμό, την αποφυγή του πολιτικού κόστους και την παρακμιακή τακτική αναμονής της φθοράς του αντιπάλου.
Η στρατηγική της κυβέρνησης να διαχειρίζεται επιδερμικά την πραγματικότητα με γνώμονα τις δημοσκοπήσεις έχει προσδώσει στην έννοια των έκτακτων κρίσεων τη μορφή μιας διαρκούς κανονικότητας. Το δημόσιο χρέος αυξάνεται και πάλι με τους ρυθμούς που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία. Το αφήγημα της ισχυρής ανάπτυξης αντικαταστάθηκε με μία ψευδαίσθηση ότι όλα πάνε καλά και λεφτά υπάρχουν. Η κοινή γνώμη προσαρμόστηκε στο άκουσμα των θανάτων από την πανδημία, παρότι είναι τριπλάσιοι από τα θύματα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και ξεπέρασαν τον αριθμό των πεσόντων στο Αλβανικό Έπος. Από τη στιγμή που έγινε αντιληπτό ότι τα κριτήρια για την αντιμετώπιση της πανδημίας είναι πολιτικά και όχι επιδημιολογικά, κάθε έννοια κοινωνικής συνείδησης έχει απολεσθεί. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Το έτος εορτασμού των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση κοντεύει να ολοκληρωθεί, αφήνοντας μηδενική κληρονομιά για τις γενιές του μέλλοντος. Ούτε ένα συμβολικό έργο. Η αδυναμία της αξιωματικής αντιπολίτευσης να διαμορφώσει ένα εναλλακτικό όραμα για το μέλλον ενισχύει την κυβερνητική αλαζονεία, που εδράζεται σε πήλινα πόδια. Αντί να κυβερνά, η κυβέρνηση αυτοσυγκρίνεται με την προηγούμενη. Η διάχυτη αίσθηση που επικρατεί είναι ότι η χώρα βαδίζει, για άλλη μια φορά, σε λάθος κατεύθυνση.
Μέρα με τη μέρα, οι πλούσιοι και οι ισχυροί, με την ανοχή των θεσμών που έχουν διαβρωθεί, οδηγούν τον πλανήτη σε μία μη αναστρέψιμη καταστροφή. Αυτό που δεν έχουμε ακόμα συνειδητοποιήσει είναι ότι η Γη θα συνεχίσει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να υπάρχει. Η φύση, που προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ζει, κινδυνεύει να καταστραφεί. Εμείς χρειαζόμαστε τη Γη.
Σε αυτόν τον κόσμο που δεν έχει άλλη εναλλακτική επιλογή από μία μεγάλη αλλαγή, ο κόσμος θέλει να αλλάξει και δεν μπορεί. Το σύστημα ισορροπεί σε ένα κενό πολιτικής ταυτότητας. Όχι μόνο στην Ελλάδα, διεθνώς. Παρότι η ιστορία δεν τελείωσε, όπως προέβλεπαν οι θεωρητικοί του καπιταλισμού μετά την πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, η νέα σελίδα της δεν έχει ακόμα ανοίξει. Τα κυρίαρχα συστήματα εξουσίας εμποδίζουν με κάθε τρόπο το νέο να γεννηθεί.
Η δεξιά δεν είναι πια δεξιά, η αριστερά δεν είναι αριστερά και το κέντρο χάθηκε.
Στο μουντό σκηνικό των πολιτικών αποχρώσεων του γκρι, τίποτα δεν προδίκαζε ότι οι εσωκομματικές εκλογές του ΚΙΝΑΛ θα μπορούσαν να ξεφύγουν από το γενικευμένο κλίμα απάθειας και αδιαφορίας. Η οικειοθελής απόσυρση του ΠΑΣΟΚ στα συρτάρια της Χαριλάου Τρικούπη προσέφερε τη δυνατότητα στη ΝΔ να κυβερνάει με τα στελέχη του και στον ΣΥΡΙΖΑ να φλερτάρει με τις αξίες και τα ιδανικά του. Η δεξιά δεν είναι πια δεξιά, η αριστερά δεν είναι αριστερά και το κέντρο χάθηκε. Μαζί του και η λογική. Η κοινωνία έμαθε να μην ελπίζει.
Η αδιανόητη απώλεια της Φώφης Γεννηματά ξύπνησε, σαν κληρονομιά στη μνήμη της, τα αισθητήρια της συλλογικής συναισθηματικής νοημοσύνης των ψηφοφόρων της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Η υποψηφιότητα του Γιώργου Παπανδρέου προσέδωσε στην εκλογική αναμέτρηση τον παλμό των παλαιότερων εποχών. Η ξεκάθαρη θέση του Ανδρέα Λοβέρδου για το ιστορικό όνομα και τον ήλιο του ΠΑΣΟΚ επανέφερε τη χαμένη ταυτότητά του.
Προφανώς, το ΚΙΝΑΛ δεν έχει κανένα λόγο να υπάρχει. Χωρίς υπεκφυγές και μισόλογα.
Η μισή σχεδόν Ελλάδα αισθάνεται ΠΑΣΟΚ. Δεν έγινε ποτέ, ούτε ΚΙΝΑΛ ούτε ΚΙΔΗΣΟ.
Διακύβευμα αυτών των εκλογών είναι η αναγέννηση του ΠΑΣΟΚ. Γιατί μόνο το ΠΑΣΟΚ μπορεί να αλλάξει το πολιτικό σκηνικό. Το ζητούμενο είναι να επιλεγεί αυτός που μπορεί να σταθεί ως πρόεδρός του. Αυτό είναι το μέτρο σύγκρισης των υποψηφίων. Τίποτα λιγότερο δεν είναι αρκετό. Σε αυτήν την ψηφοφορία δεν εκλέγεται ο αρχηγός του ΚΙΝΑΛ. Ο πήχης είναι ακόμα ψηλότερα. Εκλέγεται ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.
Ο Δημήτρης Τζιώτης είναι Σύμβουλος Στρατηγικής και συγγραφέας. Το νέο του βιβλίο έχει τίτλο «Η Φαντασία στην Εξουσία».
Μπορεί ν’ αναστηθεί το ΚΙΝΑΛ;
Του Πέτρου Ιωαννίδη
Στις 5 και 12 Δεκεμβρίου κορυφώνεται η διαδικασία εκλογής νέου προέδρου του ΚΙΝΑΛ, η οποία έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των πολιτών και έχει οδηγήσει τα δημοσκοπικά ποσοστά του ΚΙΝΑΛ σε υψηλά επίπεδα.
Είναι προφανές ότι σε αυτή την αύξηση, συνέβαλε ο θάνατος της Φώφης Γεννηματά αλλά και το γεγονός ότι στην εκλογική μάχη μπήκε ο Γιώργος Παπανδρέου ανακατεύοντας εκ νέου την τράπουλα.
Βεβαίως, το αν αυτό το «καλοκαίρι» του ΚΙΝΑΛ συνεχιστεί και μετά το αποτέλεσμα των εσωκομματικών εκλογών ή τελικά αποδειχτεί βραχείας διάρκειας είναι ένα πρώτο και σημαντικό ερώτημα. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, η συγκεκριμένη εκλογική μάχη έχει ιδιαίτερη σημασία. Θα γίνει το εφαλτήριο για καλύτερες μέρες του ΚΙΝΑΛ ή με την πάροδο του χρόνου τα ποσοστά του θα επανέλθουν στα επίπεδα της προηγούμενης περιόδου;
Είναι σαφές ότι αυτό το διάστημα, διαφαίνεται για το ΚΙΝΑΛ μια χαραμάδα ευκαιρίας.
Αυτό που διακρίνεται αυτή τη στιγμή είναι ότι σημαντική μερίδα «κεντρώων» ψηφοφόρων αισθάνονται μετέωροι και δεν εκφράζονται ούτε από τη ΝΔ, ούτε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Θα καταφέρει ο επόμενος ηγέτης του ΚΙΝΑΛ να τους «επαναπατρίσει» και να αναδείξει το κόμμα του ως εναλλακτική λύση; Θα μπορέσει να πείσει τους πολίτες ότι το ΚΙΝΑΛ είναι κάτι φρέσκο και διαφορετικό από τα κόμματα που κυβερνούν τη χώρα την τελευταία δεκαετία ή όχι;
Είναι σαφές ότι αυτό το διάστημα, διαφαίνεται για το ΚΙΝΑΛ μια χαραμάδα ευκαιρίας. Χαραμάδα που είτε θα ανοίξει ένα νέο παράθυρο είτε θα κλείσει ίσως οριστικά.
Οι εκλογές του ΚΙΝΑΛ όμως είναι σημαντικές και για τους άλλους παίκτες της πολιτικής σκακιέρας. Τόσο η ΝΔ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν τα βλέμματα τους στραμμένα σε αυτές τις διεργασίες, στο πως αντιδρά η κοινή γνώμη στο ποιος θα είναι ο επόμενος αρχηγός.
Με δεδομένο ότι πλέον οι κομματικές ταυτίσεις δεν έχουν καμία σχέση με το παρελθόν και άρα οι ψηφοφόροι του 2019 -ειδικά οι πασοκογενείς που μετανάστευσαν στη ΝΔ ή στον ΣΥΡΙΖΑ- δεν μπορεί να θεωρούνται δεδομένοι, αλλά και το ότι οι επόμενες εθνικές εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική, οι εξελίξεις στο ΚΙΝΑΛ δε μπορεί παρά να αφορούν και τα δύο μεγάλα κόμματα. Αν μη τι άλλο, το πολιτικό σκηνικό ανακινείται και αυτό «ξεβολεύει» τους πιο μεγάλους παίκτες.
Αυτή την περίοδο όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, οι έρευνες κοινής γνώμης καταγράφουν υψηλές -για τα δεδομένα του ΚΙΝΑΛ- πτήσεις στην εκτίμηση ψήφου. Λογικό θα πει κάποιος, αφού βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος λόγω της επικείμενης εκλογικής διαδικασίας. Δεν είχε συμβεί όμως το ίδιο στις εκλογές του 2017 παρόλο που είχαμε και συνένωση κομμάτων, κάτι που πρέπει να ληφθεί υπόψη στις όποιες αναλύσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ερευνών που δημοσιεύονται αυτές τις μέρες. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Μetron Analysis η δυνητική ψήφος στο ΚΙΝΑΛ φτάνει το 45%.
Ταυτόχρονα σε έρευνα της aboutpeople για το NEWS24/7 το 41,4% των ερωτώμενων πιστεύει ότι το ΚΙΝΑΛ μπορεί να γίνει ξανά κόμμα με μεγάλα ποσοστά, ενώ η επερχόμενη εκλογική διαδικασία κρίνεται σημαντική για το 54%.
Το εύρημα δείχνει ότι η «παραταξιακή μνήμη» δεν έχει χαθεί και είναι, με κάποιο τρόπο, ακόμα ενεργή. Επιβεβαιωτικό αυτής της υπόθεσης είναι ότι στην ίδια έρευνα το 43,4% όσων έχουν ψηφίσει κάποια στιγμή στο παρελθόν ΠΑΣΟΚ ή ΚΙΝΑΛ επιθυμεί το κόμμα να κινηθεί πιο αριστερά, ενώ το αντίθετο θέλει μόλις το 14,1%.
Τα παραπάνω σαφώς δε σημαίνουν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία επικείμενη ανάσταση του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ. Σημαίνουν όμως, ότι μπροστά του έχει μια ευκαιρία να επανατοποθετηθεί στην πολιτική σκακιέρα, να ξανασυστηθεί στο εκλογικό σώμα και ενδεχομένως να ακουστεί από τους πολίτες.
Προϋπόθεση για αυτό, ο νέος ηγέτης να μπορέσει να εκφράσει μεγαλύτερα κοινά από σήμερα, να πείσει ότι είναι πολιτικά επαρκής και να δείξει το που θέλει να οδηγήσει τη χώρα.
Ο Πέτρος Ιωαννίδης είναι πολιτικός αναλυτής, aboutpeople
Οι εκλογές στο ΚΙΝΑΛ και γιατί το "κρίσιμο" δεν είναι ποτέ "λίγο".
Του Ηλία Τσαουσάκη
Σε μια πρόσφατη εξαιρετική ανάλυση ο Γεράσιμος Μοσχονάς, καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, περιγράφει με πολύ μεγάλη σαφήνεια την πορεία του ΚΙΝΑΛ τα τελευταία χρόνια από τον κίνδυνο της εξαφάνισης στην επιβίωση και στην σταθεροποίηση του ως το τρίτο κοινοβουλευτικό κόμμα. Από εκεί, δανείζομαι και την εύστοχη επισήμανση του ότι στην εκλογική ανάλυση, και στην πολιτική θα προσέθετα, το «κρίσιμο» δεν είναι ποτέ «λίγο».
Μέσα στη θυελλώδη δεκαετία του ’10, το κυρίαρχο ΠΑΣΟΚ του 43,9% στις εκλογές του 2009, «προσγειώθηκε» τον Ιούνιο του 2012 στο 12,3%, σε μια πρωτόγνωρη διαδικασία που ονομάστηκε pasokification και περιέγραφε τη συρρίκνωση της εκλογικής επιρροής των Σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης.
Η περίοδος 2012 – 2015 σημαδεύεται από κατακερματισμό του ΠΑΣΟΚ, φυγόκεντρες δυνάμεις και ισχυρή πίεση τόσο από τη συνεχιζόμενη κυβερνητική φθορά, όσο και από την ανάδυση του ΣΥΡΙΖΑ ως εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης με συγκεκριμένα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά απέναντι στην ηττημένη από την κρίση κεντροαριστερά.
Η περίοδος 2015 – 2019, μετά την ανάδειξη της Φώφης Γεννηματά ως Προέδρου του ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίζεται από μια μακρά προσπάθεια επιβίωσης σε μεγαλύτερο βαθμό και επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας του κεντροαριστερού χώρου σε πολύ μικρότερο.
Ο κυβερνητικός πλέον ΣΥΡΙΖΑ, εξακολουθούσε και τότε να ασκεί συνεχείς πιέσεις στο ΠΑΣΟΚ, χωρίς όμως τελικά να επιτευχθεί η κυριαρχία του στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς.
Στις εκλογές του 2019, το ΚΙΝΑΛ καταφέρνει να πετύχει το «λίγο», σε σχέση με τη δύναμη του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ αλλά ιδιαίτερα «κρίσιμο» για τις μελλοντικές εξελίξεις, ποσοστό του 8,1%, Η περίοδος 2019 – 2021, βρίσκει τη Νέα Δημοκρατία και πάλι αυτοδύναμη στην κυβέρνηση και το ΚΙΝΑΛ να πιέζεται αυτή τη φορά από την στρατηγική διεύρυνσης του Κυριάκου Μητσοτάκη στον κεντρώο χώρο.
Tα όρια της δυνητικής εκλογικής επιρροής του ΚΙΝΑΛ είναι ιδιαίτερα ψηλά, κάτι που δείχνει με ασφάλεια ότι οι κοινωνικές αναφορές του παραμένουν υπαρκτές.
Παράλληλα, ο ΣΥΡΙΖΑ, δυόμιση χρόνια πλέον στο ρόλο της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, με καταγεγραμμένη ισχυρή εκλογική επιρροή στην τελευταία κάλπη, φαίνεται μέχρι στιγμής να μην μπορεί να βρει τον αναγκαίο βηματισμό του και κυρίως, να εξακολουθεί να παράγει διαρκώς μια θολή εικόνα που μετεωρίζεται μεταξύ της πολιτικής των συγκρούσεων της δεκαετίας του ’10 και μιας αμήχανης προσέγγισης μιας πιο μετριοπαθούς σοσιαλδημοκρατικής ταυτότητας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, και με αυτή τη διαδρομή, το ΚΙΝΑΛ βρίσκεται σήμερα μπροστά στην εκλογή νέου αρχηγού.
Ο ξαφνικός θάνατος της Φώφης Γεννηματά, δημιούργησε μια καθολική συγκίνηση σε όλο το πολιτικό φάσμα, στρέφοντας το βλέμμα όχι μόνο στο πρόσωπο της και στην πολιτική της διαδρομή, αλλά και στο ίδιο το ΚΙΝΑΛ, πολλαπλασιάζοντας έτσι το ενδιαφέρον για την επερχόμενη εκλογική διαδικασία. Ας μην ξεχνάμε, ότι τα όρια της δυνητικής εκλογικής επιρροής του ΚΙΝΑΛ είναι ιδιαίτερα ψηλά, κάτι που δείχνει με ασφάλεια ότι οι κοινωνικές αναφορές του παραμένουν υπαρκτές.
Αξιοσημείωτο είναι φυσικά ότι στην έρευνα της aboutpeople το 52,7% δηλώνει ότι έχει ψηφίσει, έστω και μια φορά ΠΑΣΟΚ ή ΚΙΝΑΛ σε εθνικές εκλογές ή ευρωεκλογές. Αντίστοιχο ποσοστό στο σύνολο των ερωτηθέντων (54%) δηλώνει ότι θεωρεί ότι οι επερχόμενες εσωκομματικές εκλογές νέου αρχηγού στο ΚΙΝΑΛ είναι πολύ ή αρκετά σημαντικές. Έτσι λοιπόν, οι εκλογές της 5ης Δεκεμβρίου, αποκτούν ένα πρόσθετο ενδιαφέρον, ανέλπιστο για τους περισσότερους.
Η έρευνα της aboutpeople, σκιαγραφεί και τα βασικά διακυβεύματα της εκλογικής αναμέτρησης δείχνοντας σε μεγάλο βαθμό, τόσο τον δρόμο όσο και τις δυσκολίες.
Την τραυματική σχέση με το παρελθόν, τη διαχείριση των συμβόλων, τον ιδεολογικό προσανατολισμό του κόμματος, τη στρατηγική που θα ακολουθήσει απέναντι στη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ. Δύσκολες εξισώσεις, που αφορούν το σύνολο του κομματικού συστήματος, κανείς δεν θα μείνει ανεπηρέαστος με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και που ζητούν πειστικές απαντήσεις. Γιατί αν το προφανές ζητούμενο είναι το «λίγο» να γίνει «περισσότερο», τότε η επόμενη ηγεσία του ΚΙΝΑΛ δεν θα έχει περιθώρια για κανένα λάθος.
Η πρόκληση που θα έχει μπροστά της να επανατοποθετηθεί στρατηγικά με όρους μέλλοντος, καθαρή φυσιογνωμία και διακριτή ταυτότητα, θα πρέπει να απαντηθεί άμεσα.
Ο Ηλίας Τσαουσάκης ε΄΄ιναι πολιτικός επιστήμονας, σύμβουλος στρατηγικής και επικοινωνίας
Αρχισυνταξία: Παντελής Πετράκης
Επιμέλεια: Σταύρος Διοσκουρίδης
Φωτογραφίες: Sooc/ InTime/ Eurokinissi/Ap/Alamy